Άρθρο των Παναγιώτη και Ιωάννας Θεοδωροπούλου : Εθελοντισμός και Τοπική Αυτοδιοίκηση

ioanna theodoropouloupanagiotis theodoropoulos

Λίγες εβδομάδες μάς χωρίζουν από τις εκλογές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, δηλαδή των εκπροσώπων μας στα αιρετά όργανα των Δήμων και των Περιφερειών. Έχοντας και οι δυο μας συμμετάσχει επί έτη σε εθελοντικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αφενός και αφετέρου ως αποδέκτες ανάλογων προσκλήσεων και προκλήσεων από επικεφαλής παρατάξεων, είναι εύλογο να μας έχει απασχολήσει η σχέση τού εθελοντισμού με την Τοπική Αυτοδιοίκηση, οι ομοιότητες και οι διαφορές των δυο αυτών θεμελιακών θεσμών τού σύγχρονου δημοκρατικού κράτους δικαίου.

Εκκινώντας από τη θεσμική τους θωράκιση  και στο επίπεδο του Συντάγματος, εντοπίζουμε την πρώτη ομοιότητα η οποία είναι η δυνατότητα συμμετοχής των πολιτών για την προάσπιση των συμφερόντων που συνδέονται με το γενικότερο τοπικό συμφέρον σε ζητήματα όπως η προστασία της δημόσιας υγείας και του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος. Πλην όμως, σε αντίθεση, συνήθως, με τις μη κυβερνητικές οργανώσεις (ΜΚΟ), στην περίπτωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ασκείται εξουσία με τη διαχείριση δημόσιων οικονομικών πόρων, στοιχείο που ενισχύει τη διαπάλη μεταξύ ψηφοφόρων, με αντιτιθέμενα συμφέροντα. Οι πολύπλοκες διαδικασίες διαμόρφωσης των αποφάσεων, στο πλαίσιο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθιστούν  δύσκολα επιτεύξιμους ορισμένους στόχους, που εύλογα κρίνεται ότι θα εξυπηρετούσαν το τοπικό δημόσιο συμφέρον. Αντίθετα, οι τοπικές ΜΚΟ παρά τα περιορισμένα μέσα που διαθέτουν, έχουν τη δυνατότητα να ευαισθητοποιήσουν αποτελεσματικά και συναινετικά πλατύτερα κοινωνικά στρώματα και να επιτύχουν με τη δράση τους σημαντικά αποτελέσματα ή ακόμη και να διεκδικήσουν με επιτυχία, μέσω της συμβουλευτικής δράσης τους και της άσκησης πίεσης, τη λήψη αποφάσεων της τοπικής και  κεντρικής εξουσίας, που αλλιώς θα ήταν αδύνατες. Η διαφορά αυτή συναρτάται επιπλέον και με το διευρυμένο χρονικό ορίζοντα δράσης που διαθέτει ένας εθελοντής, σε σχέση με τον αιρετό εκπρόσωπο.

Η σχέση μεταξύ των φορέων των δυο θεσμών είναι στενή. Με τη δράση τους, οι ΜΚΟ επιχειρούν πολλές φορές να επηρεάσουν τη διαμόρφωση των δημόσιων πολιτικών που υιοθετούν οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ). Η δράση αυτή μπορεί να σχετίζεται και  με εκδηλώσεις απλής ενημέρωσης και ευαισθητοποίησης των πολιτών. Μπορεί, επιπλέον να λαμβάνει πιο δυναμικά ή ακτιβιστικά χαρακτηριστικά όπως οχλήσεις προς τα αποφασιστικά όργανα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης με τεκμηριωμένα αιτήματα. Στο πλαίσιο αυτό, αποτελεί ιδανικό στόχο η κινητοποίηση των υγιών πολιτικών δυνάμεων. Από την άλλη πλευρά, οι αιρετοί των ΟΤΑ επιθυμούν συνήθως να μη συγκρούονται με τις ΜΚΟ που έχουν απήχηση στους πολίτες, προκειμένου να μη διακινδυνεύουν τη δική τους πολιτική και εκλογική απήχηση σε αυτούς. Η αξιοπιστία, δε, ορισμένων ΜΚΟ κινητοποιεί τους ΟΤΑ να επιδιώξουν τη διαβούλευση μαζί τους για την επίλυση κοινωνικών ή άλλων προβλημάτων.

Η σχέση μεταξύ των δυο θεσμών επεκτείνεται και στη μεταπήδηση προσώπων από τον ένα θεσμό στον άλλο. Πράγματι, η εμπειρία και γνώση που αποκτώνται εξαιτίας τής συμμετοχής σε μια ΜΚΟ, αλλά και η κοινωνική αναγνώριση, αποτελούν κρίσιμα εφόδια για την επιτυχία εκλογής σε μια προσεχή εκλογική αναμέτρηση σε τοπικό επίπεδο. Για το λόγο αυτό, οι παρατάξεις τής τοπικής αυτοδιοίκησης, επιδιώκουν συχνά τη συμμετοχή στους κόλπους τους προσώπων από εθελοντικές οργανώσεις. Αποτελεί δε, συνήθως, θετική πρόκληση για κάποιον που έχει δράσει προς ένα σκοπό δημοσίου συμφέροντος εθελοντικά, η συνέχιση της δράσης του από θέση πολιτικής εξουσίας. Αν και η ανάμειξη στα ζητήματα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης προϋποθέτει ανάληψη ευθυνών, ιδιαίτερες γνώσεις, εμπειρίες και δεξιότητες  για την αντιμετώπιση των πολλαπλών προβλημάτων, που ίσως να μην διαθέτει ο εθελοντής. Πειραματισμοί δεν επιτρέπονται.

Όπως διαφάνηκε από τα ανωτέρω, η φύση τής πολιτικής δραστηριοποίησης είναι διαφορετική από την εθελοντική δράση αφού χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις και αναγκαστικούς συμβιβασμούς, στο πλαίσιο της τελικής διαμόρφωσης των δημόσιων αποφάσεων.

Ενδιαφέρον έχει, πάντως, το γεγονός ότι η αντίστροφη μεταπήδηση, δηλαδή από τους ΟΤΑ στις ΜΚΟ, είναι σπανιότατη και ασυνήθης, διότι το μέγεθος της κοινωνικής αναγνώρισης είναι υψηλότερο στην πρώτη περίπτωση. Αυτό ενδέχεται να συνδέεται και με τη δυνατότητα επιδίωξης προσωπικών συμφερόντων. Αυτή η δυνατότητα είναι, δε, ο λόγος που η μεταπήδηση ενός εθελοντή στην τοπική αυτοδιοίκηση, δίνει λαβή σε πολλούς να τον ενοχοποιήσουν για υστεροβουλία ακόμη και για την προγενέστερη εθελοντική δράση του.

Σε κάθε περίπτωση και χωρίς να μειώνεται η αξία της συμμετοχής στα δημόσια αξιώματα, ο γνήσιος εθελοντισμός δεν πρέπει να προσβλέπει σε μελλοντικές διακρίσεις και ανταλλάγματα αξιωμάτων, εξουσίας, επιρροής και οικονομικών ωφελειών. Με άλλα λόγια, οφείλει να δρα με φρόνηση και αυτοπεριορισμό, ώστε να μη δίνει το δικαίωμα να κατηγορηθεί για ύπουλη και υστερόβουλη δραστηριοποίηση. Ακόμη, δε, και η σύνδεση των τοπικών παρατάξεων με κομματικά συμφέροντα, ενδέχεται, στην περίπτωση καθόδου ενός μέλους ΜΚΟ στην τοπική αυτοδιοίκηση, να υπονομεύσει την επιτυχία τού πρότερου έργου του στο εθελοντικό κίνημα. Δεν είναι λίγοι οι εθελοντές που δεν έχουν αποδεχθεί προτάσεις και προσκλήσεις ένταξής τους σε ψηφοδέλτιο δημοτικής παράταξης, επειδή θεωρούν ότι αυτή η μεταβολή της διαδρομής τους ανακόπτει την πορεία τους και υπονομεύει το έργο τους εντός τού εθελοντικού κινήματος.

Last modified on Friday, 03/05/2019

Πρωτοσέλιδο Τελευταίας Έκδοσης

Πρωτοσέλιδο Τελευταίας Έκδοσης

PDF, E-Paper τελευταίας έκδοσης εδώ

Ανασκόπηση 2018

Πρωτοσέλιδο Ανασκόπησης

Δείτε το PDF εδώ

Δίκτυο Forum Ανάπτυξης

Δειτε το καναλι μας στο YouTube

Video Gallery

Αρχή Σελίδας