Φιλολογικό μνημόσυνο του σημαντικού ιστορικού και δάσκαλου - Η προσωπικότητα και το έργο του Βασίλη Λάζαρη

filologiko mnimosini lazari

Την  Δευτέρα  20η Μαΐου   2019 στην αίθουσα  του αναγνωστηρίου της Δημοτικής Βιβλιοθήκης πραγματοποιήθηκε  Φιλολογικό Μνημόσυνο του επίλεκτου τακτικού μέλους της Εταιρείας Λογοτεχνών Καθηγητή-Ιστορικού Βασίλη  Λάζαρη, που μόλις μια εβδομάδα νωρίτερα πέρασε στην αιωνιότητα.

Για τη ζωή και το έργο του αείμνηστου Ιστορικού  συγγραφέα  μίλησαν:

Ο πρόεδρος της Εταιρείας Λεωνίδας Μαργαρίτης, ο οποίος παρουσίασε αναλυτικά το έργο και την πορεία του Βασίλη Λάζαρη (αναλυτικά εχει γραψει ο Σ.Ε σε προηγούμενη έκδοση) ο Δικηγόρος και συγγραφέας Χρήστος Μούλιας  και ο Φιλόλογος και Λογοτέχνης  Φώτης Δημητρόπουλος.

Την όλη εκδήλωση  παρουσίασε  και συντόνισε ο αντιπρόεδρος της Εταιρείας Λεωνίδας Καρνάρος. Παρέστησαν η σύζυγος και  τα παιδιά του αείμνηστου δασκάλου και ιστορικού της πόλης και δεκάδες συμπολίτες .

Ο «Σ.Ε»έχει ασχοληθεί στο παρελθόν αρκετές φορές με το έργο του εκλιπόντος δημοσιεύοντας άρθρα, συνεντεύξεις, ομιλίες του  και κριτικές για το συγγραφικό έργο του. Μάλιστα λίγους μήνες πριν είχε φιλοξενήσει εκτενές άρθρο του  κ. Φ. Δημητρόπουλου  με αφορμή την ολοκλήρωση της ιστορίας της Πάτρας απο τον Β.Λάζαρη. Ο τίτλος του άρθρου ήταν «Απαραίτητος ο ερμηνευτικός πλουραλισμός στην ιστορία» και  το περιεχόμενό αποτέλεσε και την ομιλία του συγγραφέα του στο πρόσφατο φιλολογικό μνημόσυνο.

Δημοσιεύουμε την πολύ ενδιαφέρουσα ομιλία του δικηγόρου και συγγραφέα κ. Χρήστου Αθ. Μούλια που αναφέρεται στην πολυσχιδή προσωπικότητα του εκλιπόντος  και σε ότι ξεχώριζε το σημαντικό έργο του. Καθώς και το άρθρο του Φώτη Δημητρόπουλου - Φιλόλογου με θέμα : "Με αφορμή την ολοκλήρωση της ιστορίας της Πάτρας από τον Βασίλειο Λάζαρη". 

Χρήστος ΑΘ. Μούλιας : Βασίλης Κ. Λάζαρης 1930 – 2019

          Ο Βασίλης Λάζαρης είναι γνωστός για τη μακρά και γόνιμη θητεία του στη Μέση Εκπαίδευση, όπου άφησε ανεξίτηλο στίγμα, με τους μαθητάς του να διατηρούν τις πιο καλές αναμνήσεις γι’ αυτόν και για το πλούσιο ιστοριογραφικό έργο του, το οποίο συνέθεσε με σεβασμό στις πηγές. Πορεύθηκε στη ζωή του με συνείδηση της αποστολής του, αυστηρότητα στον εαυτό του και συνέπεια στις πεποιθήσεις του, γι’ αυτό και θα αποτελεί φωτεινό παράδειγμα. Ποτέ δεν εξαργύρωσε τα πιστεύω του, όπως συνήθως γίνεται και αυτό του κόστισε την απόλυσή του από τη θέση του στη Μέση Εκπαίδευση και τον ανάγκασε να μείνει μακρηά από τους αγαπημένους μαθητές του, καθ’ όλη τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας.

          Όλο το ιστορικό έργο του είναι μία προσπάθεια προσέγγισης της διχασμένης πραγματικότητας που βιώνει ο άνθρωπος τους δύο τελευταίους αιώνες. Από τη μία πλευρά η Ιστορία με κεφαλαίο γιώτα, όπως δημιουργείται ενάντια και χωρίς τη βούληση των λαών και από την άλλη η ιστορία με μικρό γιώτα, που αφορά την προσωπική ιστορία καθενός, την καθημερινότητα, αυτή που βιώνουμε και αυτή που τελεί σε μία διαρκή διαχρονική πάλη με την Ιστορία την οποία οι άλλοι φτιάχνουν για μας. Πρωταρχική πρακτική της διαχρονικής αυτής πάλης είναι οι κοινωνικοί αγώνες των ατόμων και των ομάδων, με συγκεχυμένο πολλές φορές ιδεολογικό περιεχόμενο, που αποτελούν το αντικείμενο της μελέτης του Βασίλη Λάζαρη «Οι ρίζες του Ελληνικού Κομμουνιστικού Κινήματος». Πρόκειται για ένα βιβλίο με πολλά και άγνωστα στοιχεία, κυρίως των πρώτων περιόδων του σοσιαλιστικού και εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, που δίνουν απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα για τις απαρχές της σοσιαλιστικής σκέψης, τις αγκυλώσεις και τις μεταλλαγές της, τις αρχικές εκφάνσεις τους στην πράξη και τις ιστορικές ακινησίας που σημάδεψαν τις εξελίξεις.

          Ο ρόλος των Ελλήνων αγροτών και της αστικής τάξης κατά την Επανάσταση, ο Αδαμάντιος Κοραής και οι παρεμβάσεις των ξένων, είναι από τα θέματα που τον απασχόλησαν. Όπως σημειώνει, με την αποτρόπαιη δολοφονία του Κυβερνήτη, έργο των οργανωμένων ξένων συμφερόντων και της φεουδαρχίας, έκλεισε άδοξα η πιο δημιουργική περίοδος της νεοελληνικής ιστορίας.

          Μία σημαντική διαπίστωση που κάνει είναι ότι το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα της Ελλάδος ιδρύθηκε πολύ αργότερα από τα αντίστοιχα της υπόλοιπης Βαλκανικής, παρότι η ελληνική εργατική τάξη διαμορφώθηκε πιο πριν από εκείνη των άλλων βαλκανικών χωρών και εξηγεί, ότι η αργοπορία αυτή οφείλεται στην εξάρτηση της ελληνικής ζωής από ξένα κέντρα. Στην ίδια αιτία αποδίδει και την εξ αρχής αδιαλλαξία της εργατικής τάξης σε κάθε πρωτοβουλία που αντιστρατεύετο το όραμα της ανανέωσης των κοινωνικών δομών και της αλλαγής του περιεχομένου της ζωής.

          Με δική του εισαγωγή και πολλές σημειώσεις εκδόθηκε το πόνημα του Ευγένιου Βούλγαρη «Σχεδίασμα περί της Ανεξιθρησκείας ήτοι περί της ανοχής των ετεροθρήσκων», ένα σπουδαίο έργο του 18ου αιώνα, που συγκαταλέγεται στα καταστατικά κείμενα του διαφωτισμού. Εντύπωση προκαλούν οι γνώσεις του σε θέματα εκκλησιαστικής ιστορίας, πατερικών κειμένων και των Γραφών, όπως προκύπτουν από τις ιδιαίτερα κατατοπιστικές σημειώσεις του.

          Για την ανεξιθρησκεία γράφει ότι ήταν από πολύ παλαιά η κυρίαρχη έκφραση της αντίδρασης κατά της μισαλλοδοξίας και της αδιαλλαξίας των φανατικών και αυτό δεν μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστο το ανήσυχο πνεύμα του Βούλγαρη. Γι’ αυτό και απετέλεσε πάντοτε σημαντικό συμπλήρωμα της ελευθερίας και εκφράστηκε μέσα από την επιδίωξη της διατήρησης των κοινωνικών εκείνων συνθηκών που θα επέτρεπαν στον καθένα να αφοσιώνεται σε υψηλούς πνευματικούς στόχους και να ασκεί με αυτό τον τρόπο άμεσο έλεγχο στο ίδιο το πεπρωμένο του.

          Ως ιστοριογράφος, ο Βασίλης Λάζαρης είναι έντιμος και στα πλαίσια του εφικτού αντικειμενικός, ιδίως για τα πρόσφατα γεγονότα, διότι η ιστοριογραφία, δύσκολα μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη από προσωπικές απόψεις. Άλλωστε, ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος μαζί του, για να προοδεύσουν οι κοινωνίες περισσότερο έχουν ανάγκη τις διαφωνίες, που όταν υπάρχουν καλές προθέσεις, είναι γόνιμες αφετηρίες εποικοδομητικού διαλόγου, παρά τις ομοφωνίες, που μυρίζουν ολοκληρωτισμό και ανασύρονται για να διασώσουν τη δημόσια εικόνα αμφισβητήσιμων συλλογικών θεσμών και φορέων. Πέραν τούτου, τα ιστορικά γεγονότα δεν είναι μονοσήμαντα και με την πολυπλοκότητα που παρουσιάζουν, προσφέρονται για προσεγγίσεις από διάφορες οπτικές.

          Μία πολύ σημαντική μελέτη του αφορά την «Καποδιστριακή Πάτρα» και αποτελεί έγκυρη συμβολή στην τοπική ιστοριογραφία, από την απελευθέρωση της πόλης, τον Οκτώβριο 1828, μέχρι που οι δολοφονικές σφαίρες των Μαυρομιχαλαίων, με τη συνεπικουρία των Αγγλογάλλων, ανέτρεψαν, το πρωΐ της Κυριακής 27ης Σεπτεμβρίου 1831, τη ροή της νεοελληνικής ιστορίας και κατέστησαν τις ξένες παρεμβάσεις ενδημικό νόσημα του πολιτικού μας βίου.

          Αμέσως μετά την Απελευθέρωση συνέρευσαν στην Πάτρα πολλοί παλαιοί οικισταί της, που την είχαν εγκαταλείψει προσωρινά για να αποφύγουν τις τουρκικές θηριωδίες και άλλοι που κατάγονταν από τη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο, τα Επτάνησα και από άλλα μέρη της Πελοποννήσου, καθώς και πολλοί ξένοι, κυρίως Γάλλοι και Ιταλοί, έτσι ώστε πολύ σύντομα έφθασε να αριθμεί 4.000 κατοίκους.

          Η συρροή τόσων ανθρώπων, η άθλια κατάσταση της πόλης και ο επερχόμενος χειμώνας επέβαλαν την ανάγκη άμεσης οικοδόμησης, για να αντιμετωπισθούν, έστω και υποτυπωδώς, οι τρέχουσες οικιστικές ανάγκες. Η ανοικοδόμηση αυτή ήταν εντελώς απρογραμμάτιστη και αυθαίρετη, με συνέπεια να κυριαρχεί πολεοδομική αναρχία.

          Με πολλές λεπτομέρειες και συγκεκριμένα στοιχεία αναφέρεται στην αντιπαράθεση των Μεγάλων Δυνάμεων για το ποιά θα έχει τον έλεγχο της Πελοποννήσου και στις προσπάθειες του Κυβερνήτη να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία του αρτισύστατου κράτους. Οι Γάλλοι αγνοούσαν επιδεικτικά τους Έλληνες Επιτρόπους και τις ελληνικές επαναστατικές δυνάμεις, σε σημείο που η συνθήκη παράδοσης των Πατρών, την οποία υπέγραψαν οι Γάλλοι, οι Τούρκοι και οι Τουρκοαιγύπτιοι, να φαντάζει σαν μία νομική πράξη που ναι μεν τερμάτιζε την πολεμική αντιπαράθεση μεταξύ Γάλλων και Τουρκοαιγυπτίων, αλλά δεν αφορούσε τους Έλληνες, παρότι ρύθμιζε την τύχη ελληνικών εδαφών.

          Γράφει χαρακτηριστικά για τον Καποδίστρια, «Στην αρχή … κυβέρνησε τη χώρα μέσα σε ήρεμες συνθήκες. Φαινόταν, ότι όλοι, ακόμη και οι κοτζαμπάσηδες, είχαν συσπειρωθεί γύρω του με τις καλύτερες προθέσεις και το γεγονός τούτο είχε οδηγήσει, αν όχι τον ίδιο τον Κυβερνήτη, τουλάχιστον τους στενούς συνεργάτες του, να θεωρήσουν ως διαρκές φαινόμενο αυτή την κατάσταση … Πολύ γρήγορα όμως η κατάσταση άλλαξε ριζικά. Ο λαός εξακολουθούσε βέβαια να αγαπά με αφοσίωση και πάθος τον Κυβερνήτη, ο κοτζαμπασισμός όμως άρχισε να φανερώνει το θανάσιμο μίσος του απέναντί του, χωρίς πραγματικές προφυλάξεις. Για το λαό ο Καποδίστριας παρέμενε πάντα ο σωτήρας και ο πατέρας, οι κάθε λογής όμως αντιδραστικοί και μαζί τους δυστυχώς πολλοί καλοπροαίρετοι δημοκράτες, τον κατηγορούσαν για τυραννική συμπεριφορά. Οι ίδιες ωστόσο οι πράξεις του Κυβερνήτη έδειχναν, πως η αυστηρότητά του απέβλεπε πάντα στην ανάπτυξη του λαού και σε καμμία περίπτωση στην καταπίεσή του. Το ενδιαφέρον του άλλωστε για όλα τα θέματα της χώρας ήταν φανερό, όπως φανερή ήταν και η ιδιαίτερη μέριμνά του για την Πάτρα και τους κατοίκους της».

          Από πλευράς τοπικής ιστοριογραφίας η καποδιστριακή περίοδος ήταν ελάχιστα φωτισμένη, μέχρι που δημοσιεύθηκε το βιβλίο του Βασίλη Λάζαρη. Η αχαϊκή εκκλησία και οι ναοί της πόλης, η εκπαίδευση, που ήταν μία από τις ιστορικές ευαισθησίες του συγγραφέα, η ληστεία, η μεγάλη μάστιγα της υπαίθρου, οι πρώτες πατρινές οικογένειες, τα στρατιωτικοπολεμικά γεγονότα, η πολιτική κατάσταση και πολλά άλλα είναι τα θέματα που τον απασχόλησαν και καθένα καταλαμβάνει ξεχωριστό κεφάλαιο.

          Κανένας απ’ όσους κυβέρνησαν την Ελλάδα, από την Απελευθέρωση μέχρι σήμερα, δεν έκαμε τόσα πολλά έργα μέσα σε τόσο λίγο χρόνο και υπό τόσο αντίξοες συνθήκες, όσα ο Ιωάννης Καποδίστριας, γράφει.

          Για την Πάτρα, που διέβλεπε ότι θα απέβαινε το κύριο εμπορείο της Ελλάδος προς τη Δυτική Ευρώπη, το ενδιαφέρον του ήταν μεγάλο και γι’ αυτό ανέθεσε στο συμπατριώτη του και συμμαθητή του Σταμάτη Βούλγαρη, λοχαγό του μηχανικού του γαλλικού στρατού, πολεοδόμο και ζωγράφο, να συντάξει το πολεοδομικό της σχέδιο. Η πρόταση του Βούλγαρη, που βασιζόταν στην προέκταση της υπάρχουσας πόλης, με τη δημιουργία «νέας», που θα εκτείνετο προς τη θάλασσα, ήταν η πιο ενδιαφέρουσα αστική σχεδίαση της πρώτης περιόδου της ελληνικής πολεοδομίας. Όμως, τα πολιτικά και οικονομικά μικροσυμφέροντα, η αυθαίρετη δόμηση, η κερδοσκοπία της γης και η έλλειψη κρατικής βούλησης, όπως με πολύ εύστοχο τρόπο εξιστορεί ο Βασίλης Λάζαρης, εμπόδισαν την υλοποίησή του, με συνέπεια να προκύψει μία πραγματικότητα πολύ διαφορετική από το όραμά του.

          Ο κατάλογος των βιβλίων του και των δημοσιευμάτων του σε εφημερίδες και περιοδικά, είναι ιδιαίτερα μακρύς και οι σχετικές αναφορές μας στο παρόν άρθρο, είναι ενδεικτικές και δειγματοληπτικές.

          Αξιοσημείωτη είναι η έκδοση, με δική του επιμέλεια, των Πρακτικών του Δημοτικού Συμβουλίου Πατρέων, αφότου ιδρύθηκε ο Δήμος Πατρέων (1835) μέχρι τα μέσα του 20ου αιώνα, σε τρεις τόμους, από τα σωζόμενα πρωτότυπα χειρόγραφα, που βρίσκονται στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Πατρών. Επίσης επιμελήθηκε την έκδοση των εγγράφων της εργολαβίας για το λιμάνι, η οποία εξελίχθηκε σε διαμάχη μεταξύ του Δήμου Πατρέων και της Λιμενικής Επιτροπής, από τη μία πλευρά και του Γάλλου εργολάβου Pierre Magnac, από την άλλη και οι νομικές πτυχές της απασχόλησαν τους σημαντικότερους Έλληνες νομικούς της εποχής και τρεις επιφανείς Γερμανούς ρωμαϊστές, που η επιστημονική ακτινοβολία τους ήταν πανευρωπαϊκή και είχε επηρεάσει και τη νομική σκέψη της χώρας μας, σε ακαδημαϊκό και πρακτικό επίπεδο.

          Ο Βασίλης Λάζαρης δεν αναλώθηκε σε επαναλήψεις και ταυτολογίες, αλλά ανέσυρε πέπλα και προσπάθησε να αναδείξει αθέατες πλευρές της ιστορίας μας, αδιαφορώντας αν θα δυσαρεστήσει ή θα είναι ευχάριστος. Τα βιβλία του διακρίνονται για την πλούσια τεκμηρίωσή τους, τη σαφήνεια της γραφής του, την τόλμη του να αντιπαρατίθεται με ιστορικές ανακρίβειες, και την πρωτοτυπία τους. Χαρακτηριστική είναι η έκδοση, με δική του επιμέλεια, εισαγωγή και σημειώσεις των «Πολιτικών Κειμένων» του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη-Φαλέζ, πρωτότοκου γιού το Γενναίου Κολοκοτρώνη και εγγονού του Γέρου του Μωρηά.

          Το παρόνομα αυτό χρησιμοποίησε ο ίδιος ο Φαλέζ στα κείμενά του, θεωρώντας τον εαυτό του βράχο, που χτυπούσαν πάνω του με ορμή τα άγρια κύματα του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος της χώρας. Παρότι η οικογένειά του κατείχε ξεχωριστή θέση στους μηχανισμούς της εξουσίας, από νωρίς αποκόπηκε από τους Κολοκοτρωναίους και το όνομά τους το ένιωθε σαν αβάσταχτο βάρος.

          Τα «Πολιτικά Κείμενά» του είναι ελάχιστα γνωστά στο ευρύ κοινό και ο Βασίλης Λάζαρης τα συγκέντρωσε από τις εφημερίδες της εποχής και από διάφορα δυσπρόσιτα φυλλάδια.

          Παρότι ο Φαλέζ ήταν μια αξιόλογη προσωπικότητα του 19ου αιώνα, έχει παραμεριστεί από την ακαδημαϊκή ιστοριογραφία. Συνέταξε πολλά τολμηρά για την εποχή του πολιτικά κείμενα και διακηρύξεις και είχε έντονη πολιτική δράση. Πίστευε ότι η κακοδαιμονία του τόπου οφείλετο στο σύστημα διοίκησης, που το χαρακτήριζε «χολερικό», παρά στα πρόσωπα και σε πολλές περιπτώσεις συνέπλευσε με τους πρώιμους Έλληνες σοσιαλιστές, με τους οποίους φαίνεται ότι είχε σχέσεις.

          «Εννοήσατε τον λόγον, δι’ ον η πατρίς καθ’ εκάστην επαισθητώς ολισθαίνει εγγίζουσα σήμερον εις του κρημνού τα χείλη;» διακηρύσσει ο Φαλέζ μέσα από τις σελίδες της εφημερίδας «Μη Χάνεσαι», του Βλάση Γαβριηλίδη, του πιο σημαντικού εκπροσώπου της αστικής προοδευτικής δημοσιογραφίας εκείνης της εποχής. Και συνεχίζει, «Γνωρίζετε τους πρωτουργούς εργάτας του κακού τούτου; Είσθε εσείς, οι αντιπρόσωποι, οι γενόμενοι εκ καλής πίστεως από ετών θύματα – σεις, οι πίπτοντες εκ πλάνης έκτοτε διαρκώς εις παγίδα, ην έχει στήσει ωρισμένος κύκλος ανθρώπων, καταλαμβανόντων εκ περιτροπής την εξουσίαν και εχόντων ως θεμελιώδη αρχήν εν αυτή μεν το διορίζω, παύω, μεταθέτω, σπαταλώ και φατριάζω, εντός δ’ αυτής τους στεναγμούς, τας διαμαρτυρήσεις δια την κατάστασιν του τόπου, τον μη μου άπτου πατριωτισμόν, προς μόνον τον σκοπόν της καταλήψεως της εξουσίας». Εκατόν τριάντα επτά χρόνια μετά τη δημοσίευσή του (21 Απριλίου 1882), το κείμενο αυτό συνεχίζει να είναι επίκαιρο, όπως άλλωστε και τα περισσότερα γραπτά του.

          Την πρώτη Δεκεμβρίου 1858 ο Φαλέζ ορκίστηκε βουλευτής Καρύταινας, αλλά πολύ σύντομα διαχώρισε τη θέση του από τη μεγάλη πλειοψηφία των άλλων βουλευτών, μετά μάλιστα από μία επερώτησή του στον Υπουργό των Στρατιωτικών για την κατάσταση του στρατού κ.λπ., που προκάλεσε αίσθηση και αποκάλυψε την αθλιότητα της στρατιωτικής οικονομίας και την αμυντική ανεπάρκεια της χώρας.

          Όπως γράφει ο Βασίλης Λάζαρης, ο Φαλέζ αδυνατούσε να ερμηνεύσει τις καταστάσεις, με βάση τη γνώση των κανόνων που ρυθμίζουν την λειτουργία των κοινωνιών και τις ανθρώπινες συμπεριφορές και αυτό είχε ως συνέπεια να παρεξηγηθεί και να θεωρηθεί από κάποιους ιστορικούς γραφικός τύπος της Αθήνας. Η μελέτη όμως των κειμένων του, αναιρεί την εικόνα αυτή και αναδεικνύει ένα πρότυπο προοδευτικού αστού, που παρέμεινε σ’ όλη του τη ζωή ασυμβίβαστος και μαχητικός πολέμιος των εχθρών του Εικοσιένα και σ’ αυτό έγκειται η αξία του συγκεκριμένου βιβλίου.

          Εξ ίσου σημαντικές και πρωτότυπες συμβολές στην τοπική ιστοριογραφία είναι η πεντάτομη «Πολιτική Ιστορία της Πάτρας», που ξεκινάει από την απελευθέρωση της πόλης μέχρι το 1974 και περιέχει πολλά δυσπρόσιτα και άγνωστα στοιχεία, η μελέτη του «Η Αχαΐα στην Κατοχή 1941-1944» και βέβαια η έκδοση της «Ιστορίας της πόλεως Πατρών» του Στέφανου Θωμόπουλου, που πρωτοκυκλοφόρησε το 1888 και επανεξέδωσε ο Βασίλης Λάζαρης, με εκτενή υπομνηματισμό και σε εντελώς διαφορετική μορφή. Είχε επανεκδοθεί βέβαια προηγουμένως και από τον Κων. Τριανταφύλλου, αλλά σε διαφορετική μορφή. Πρόκειται για ένα έργο που έθεσε επί τάπητος το ζήτημα της ύπαρξης ή μη αυτοτελούς τοπικής ιστορίας, σε σχέση με την εθνική, το οποίο πρώτος αντιμετώπισε ο Στέφανος Θωμόπουλος και επαναδιαπραγματεύθηκε ο Βασίλης Λάζαρης, με το εν γένει ιστοριογραφικό έργο του. Δηλαδή τεκμηρίωσε ότι κάθε γεωγραφική περιοχή έχει τη δική της αυτόνομη ιστορική πορεία, η οποία δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη από την εθνική Ιστορία, αλλά συνδέεται και επηρεάζεται από αυτή.

          Όταν για πρώτη φορά, τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα, ετέθη το συγκεκριμένο ζήτημα, ο Ελληνισμός προσπαθούσε να διατηρήσει αλώβητη την ενότητά του και ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, με το γιγάντιο έργο του, την «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», που είχε κυκλοφορήσει εκείνη την περίοδο, επεδίωξε να αποκαταστήσει τη συνέχεια του Ελληνισμού και να προσφέρει το πρακτικό υπόβαθρο για την κωδικοποίηση των αρχών του «Νέου Ελληνισμού».

          Τέλος, μία άλλη σημαντική μελέτη του είναι το βιβλίο του για τον Παναγιώτη Συνοδινό, τον αντιοθωνιστή ποιητή που εξέδωσε 17 ποιητικές συλλογές με πατριωτικό περιεχόμενο και διώχθηκε για τις ιδέες του.

          Ολοκληρώνοντας για το έργο του Βασίλη Λάζαρη και τον άνθρωπο Βασίλη Λάζαρη, που με τιμούσε με τη φιλία του, θέλω να σημειώσω ότι διετέλεσε Νομάρχης Αιτωλοακαρνανίας για εννέα μήνες, το 1990 και ότι όσοι συνεργάστηκαν μαζί του, τον θυμούνται για την εργατικότητά του, την ακεραιότητα του χαρακτήρα του, σε θέματα ηθικής τάξης και την πνευματικότητά του. Για τα ίδια χαρακτηριολογικά στοιχεία θα τον θυμόμαστε και εμείς και επί πλέον θα τον θυμόμαστε για τους φιλοπαίγμονες υπαινιγμούς του, όταν διαφωνούσε με κάποιον και η ευγένειά του δεν του επέτρεπε να επιμείνει.

Φώτης Δημητρόπουλος : Απαραίτητος ο ερμηνευτικός πλουραλισμός στην ιστορία

Με την πρόσφατη έκδοση του E’ τόμου της «ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΠΑΤΡΑΣ  1950- 1974» ο Βασίλης Κων. Λάζαρης, γνωστός και ως πολυγραφότατος ιστορικός και ως επίλεκτος εκπαιδευτικός, ολοκληρώνει ένα σπουδαίο κεφάλαιο της Ιστορίας της πόλης μας που εκτείνεται χρονολογικά από την απελευθέρωση το 1828, ίσαμε την πτώση της στρατιωτικής δικτατορίας το 1974. Πρόκειται συνολικά για ένα πολυσέλιδο έργο, (ο Ε’ τόμος μόνον από τις εκδόσεις “ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ” αριθμεί 420 σελίδες) το οποίο συνεχίζει την ιστορία της Πάτρας από το σημείο (περίπου) στο οποίο είχε σταματήσει ο Στέφανος Θωμόπουλος (1821). Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι την ‘’Ιστορία της Πόλεως Πατρών’’ του Στ. Θωμόπουλου  έχει μεταγράψει στη δημοτική γλώσσα με βάση τα χειρόγραφα του συγγραφέα και έχει επιμεληθεί σε δίτομη Δ έκδοση (Αχαϊκές εκδόσεις 1999) και με αρκετές προσθήκες ο Β. Λάζαρης. Προσθήκες είχε επιμεληθεί και στην Β’ έκδοση (τυπ. Χ.  Καγιάφα-1950) και ο  Κώστας Τριανταφύλλου.

Ο Β. Λάζαρης με την «Πολιτική Ιστορία της Πάτρας» έρχεται να καλύψει ένα κενό.  Γιατί παρόλη τη συγγραφική παραγωγή τη σχετική με την ιστορία της Πάτρας δεν είχαμε ένα συνολικό και συγκροτημένο με τεκμηρίωση έργο της περιόδου 1828-1974. Ο συγγραφέας μάλιστα καταφέρνει να ανατρέψει την άποψη του χαλκέντερου και τα πλείστα κομίσαντος στην έρευνα της τοπικής ιστορίας Κ. Τριανταφύλλου με το ‘’Ιστορικόν Λεξικόν των Πατρών’’ ο όποιος στον πρόλογο του λεξικού του δικαιολογώντας την «εμμονή» του στην αλφαβητική παρουσίαση της ιστορικής ύλης αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «....όταν έχομεν ήδη συμπληρωμένον τον κορμό της εθνικής μας ιστορίας είναι τουλάχιστον πλεονασμός δι’ εκάστην πόλιν να δίδομεν την ιστορία μας κατά τρόπον παράλληλον της γενικής εθνικής ιστορίας... θα είμεθα εις το ολισθηρόν έδαφος να καταφεύγομεν εις υπερβολάς και μεγαλαυχίαν...» (Προλεγόμενα εις την Β’ έκδ. σελ. 5 Πάτραι, 1980). Παρ’ όλο τον σεβασμό μου στο περισπούδαστο έργο του Κ. Τριανταφύλλου, νομίζω ότι η άποψη αυτή διατυπωμένη από το 1959 όχι μόνον δεν ευσταθεί όπως φαίνεται από τη νεότερη πλούσια βιβλιογραφία ελληνική και ξένη στο χώρο της τοπικής ιστορίας αλλά μάλλον στάθηκε εμπόδιο στην εκπόνηση της “καθόλου” συστηματικής συγγραφής της νεώτερης ιστορίας της Πόλης μας. (Μία πρώτη διαφυγή από την αλφαβητοποίηση της Ιστορίας της Πάτρας έγινε το 1983 από τον ιατρό Αλεκ. Μαρασλή με την έκδοση “Ιστορία της Πάτρας”).
          Γιατί η ιστορία όπως και κάθε επιστημονική γνώση το καθολικό επιζητεί. Αυτό προσπαθεί να πιστοποιήσει και σε αυτό αποβλέπει. Και ο Β. Λάζαρης παρακολουθώντας στο έργο του όλη τη σειρά των γεγονότων 150 χρόνων και αναζητώντας τον ειρμό τους, το συνεκτικό λογικό δεσμό τους, οργανώνει τα δεδομένα, ερευνά τις πηγές τους και τις παραθέτει, ανιχνεύει την αλληλουχία τους, ελέγχει, συσχετίζει και συστηματοποιεί το εποπτικό υλικό της συγγραφής του όπως έγγραφα, αρχεία, ημερολόγια, εφημερίδες, πάμπολλα ιστορικά κείμενα και άλλα προκειμένου να καταστήσει τα ιστορούμενα προσιτά και νοητά στον αναγνώστη. Και παρόλο που επιγράφει το έργο του ‘’Πολιτική ιστορία’’-  και είναι πράγματι η πολιτική η ψυχή του γίγνεσθαι- δεν μένει κλεισμένος στα όρια της πολιτικής ιστορίας.

Ο Β. Λάζαρης εργάζεται αναλυτικά και συνθετικά. Από συγκεκριμένα περιστατικά φτάνει  σε θέσεις που διαφωτίζουν τμήματα της ιστορικής πραγματικότητας και της γενικότερης θεώρησης του βαθύτερου νοήματος της ιστοριογνωσίας προκειμένου ο αναγνώστης να αποκτήσει επίγνωση της ευθύνης του ως πολίτης με ιστορική μνήμη απέναντι στην κοινωνία και τον πολιτισμό. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο επιμένει στα ‘’καθέκαστα’’ αναλυτικά ο Β.Λ. -  γιατί απ’ όλα βγαίνουν συμπεράσματα- αλλά κυρίως ενδιαφέρεται για τη σύλληψη του ‘’καθόλου’’ προκειμένου να εννοηθεί και το ‘’καθ’ έκαστον’’ και η συνολική ροή των γεγονότων στην πόλη μας με τις κινητήριες δυνάμεις τους και τα αποτελέσματά τους.

Βέβαια η ιστορία δεν είναι εύκολη υπόθεση ούτε ως πραγματικότητα πυκνή  σε περιεχόμενο και πλούσια σε αποχρώσεις, ούτε ως γνώση της πραγματικότητας. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν συγγράφεται «Πολιτική Ιστορία» οι αντιπαλότητες του ‘’γίγνεσθαι’’ μεταφέρονται και ως διαφορετικές εκτιμήσεις στην ιστοριογραφία. Και νομίζω ότι εκ των πραγμάτων η αλήθεια στην πολιτική ιστορία έχει κάποιο βαθμό σχετικότητας. Και τούτο γιατί ο κάθε άνθρωπος βιώνει τα γενόμενα με τον δικό του τρόπο και με δική του ευθύνη και τα αντιμετωπίζει διαφορετικά. Κι όταν ο ιστορικός -που βρίσκεται μάλιστα μέσα στην εξέλιξη του ιστορικού δράματος-  καταγράφει όσα έζησε δεν είναι εύκολο να εξαλείψει κάθε ίχνος υποκειμενισμού. Η ιστορία άλλωστε δεν είναι εμπειρική επιστήμη για να βγάλει συμπεράσματα βασιζόμενη σε  επαληθευμένα πειράματα. Είναι κατά τη γνώμη μου φυσιολογικό να έχει και ο ‘’υποκειμενισμός’’ τα δικαιώματα του, ιδιαίτερα όταν επιχειρείται η εξιστόρηση μιας ολόκληρης περιόδου- στην οποία μάλιστα περιλαμβάνεται η εμφυλιακή  και μετεμφυλιακή-  και η συνολική εκτίμηση της, όπως συμβαίνει στο πεντάτομο έργο του  Β. Λάζαρη. Και βεβαίως δεν είναι θανάσιμο αμάρτημα να έχει ο ιστορικός όπως κάθε άνθρωπος αναπόφευκτα τα δικά του πιστεύω, τη δική του κοσμοθεωρία, τις κλίσεις του, τις τάσεις του, τις προτιμήσεις του και τις απόψεις του. Στην ιστορική αλήθεια υπάρχει η προσωπική προοπτική και προσωπική οπτική γωνία de facto και de jure και ανεξάρτητα από τη ‘’σχολή’’ της ιστοριογραφίας την οποία κατατάσσεται  συμβατικά ο ιστορικός συγγραφέας.

Σε κάθε εποχή, όλοι οι ιστορικοί επηρεάζονται από τον κοινωνικό και πνευματικό τους περίγυρο, ακόμα και στο τι θα επιλέξει να περιγράψει ο καθένας και στο πώς θα το ιεραρχήσει. Ιδιαίτερα μάλιστα όταν η ιστορία ως πραγματικότητα είναι πολύπλοκη, ένα πυκνό δίχτυ γεγονότων, και εξελίσσεται όχι όπως μας φαίνεται λογικό ή όπως θα θέλαμε με βάση τις προσωπικές μας ελπίδες ή τα αισθήματά μας περί δικαιοσύνης ανθρωπιάς κτλ. Τότε η ιστορία ως  ιστοριογραφία ως γνώση δηλαδή της ιστορικής πραγματικότητας, θα κινείται σε ένα μη στατικό και δογματικό  πλαίσιο και θα διέπεται από μία διαλεκτική σχέση θέσης αντιθέσης και συνθέσης. Αυτό σημαίνει ότι ορισμένες ‘’ιστορικές αλήθειες’’ θα έχουν την τύχη των ‘’αληθειών’’ των άλλων επιστημών, δηλαδή θα αναθεωρούνται. Τίποτα δεν είναι τελεσίδικο στην ιστορία ως επιστήμη και πάντα θα υπάρχει μία μελλοντική διόρθωση. Γνώμη μου είναι ότι και ο Β. Λ.  δέχεται την άποψη αυτή κρίνοντας νηφάλια εκ των υστέρων εξελίξεων και δράσεων προσώπων, γράφει στον επίλογο του Ε’ τόμου πολύ ευγενικά και περί λαθών (...έλλειπε ‘’η σαφής στρατηγική’’...)  και για αγωνιστές που «εγκλωβίστηκαν στο σύστημα και το υπηρέτησαν». Η ρευστότητα στις εξελίξεις είναι νομίζω διδακτική και για τον καθορισμό του αντικειμενικού ή υποκειμενικού στην ιστορία.

Η ρέουσα πραγματικότητα και πράξεων και ιδεών ρυθμίζει και το βαθμό σχετικότητας της ιστορίας.  Και ο αναγνώστης θα πρέπει να λάβει υπόψη του ότι  ο Β. Λ. μετέχει στα γεγονότα που εξιστορεί (ιδιαίτερα σε όσα περιλαμβάνουν οι τρεις τελευταίοι τόμοι). Τα γεγονότα αυτά συνιστούν ένα βαρύ φορτίο και επιδρούν συνειδητά ή μη στα συναισθήματά του και του και οικοδομούν την πείρα του. Η ροή της ζωής τέσσερις δεκαετίες μέσα στην οποία ζει και ο ίδιος είναι το αντικείμενο της μελέτης του. Τα θέματα τον αγγίζουν και συνυφαίνονται με τα προβλήματα που αναταράζουν τη ζωή του και τη ζωή της πόλης μας. Και είναι επόμενο η προσωπική του σταδιοδρομία στην εκπαίδευση, ο κοινωνικός του περίγυρος, οι  πνευματικές του αναζητήσεις οι πολιτικές και πολιτισμικές συνθήκες που  έζησε και ζει να επιδρούν  στο έργο του και να οδηγούν στο σχηματισμό του δικού του ‘’historical context’’ μέσα στο οποίο εντάσσει αυτά που ερευνά και περιγράφει με λογική συνεκτικότητα.

 Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ο Β. Λάζαρης πλαστογραφεί η διαστρεβλώνει τα δεδομένα του έργου. Η παράθεση των πηγών του το επιβεβαιώνει. Ως ιστορικός δεν φοβάται το παρελθόν αλλά το αφηγείται και το εξετάζει με τρόπο ρεαλιστικό και εύγλωττο. Πραγματιστής, ως ιστορικός, χωρίς να παραποιεί το υλικό του ακριβολογεί. Ενδεχομένως να ξενίζουν και να μας βρίσκουν αντίθετους εκφράσεις και χαρακτηρισμοί γιατί είμαστε εξοικειωμένοι με μία άλλη μορφή ιστοριογραφίας. Δεν είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχθούμε τις κρίσεις του. ‘Εχουμε όμως χρέος να μελετήσουμε τα δεδομένα που μας παρέχει. Είναι νομίζω μικρόψυχο να μη δέχεται a priori  κάνεις τη φωνή και την άποψη της άλλης πλευράς ή να την καταχωρεί σε 1-2 στίχους ανάμεσα σε εκατοντάδες χιλιάδες άλλους που αφορούν την ιστορία της πόλης μας. Και εντελώς παράλογο να αγνοούμε ενα συγγραφέα επειδή μας βρίσκει αντίθετους η ιδεολογία του και να ζητούμε πιστοποιητικά φρονημάτων ένθεν και ένθεν, από κάθε πλευρά.

        Δεν μπορεί ο ιστορικός Β. Λ.  να απαρνηθεί το δικό του αίσθημα ζωής ως ενεργός πολίτης. Ο προσωπικός τόνος είναι φανερός στη σημασιολόγηση και ιεράρχηση των γεγονότων. Η συνθετική  ερευνητική εργασία του δείχνει ότι πέρα από τη χρονολογική κατάταξη των γεγονότων-  και στους πέντε τόμους-  έχουμε κριτική και πλαστική διαμόρφωση των ιστορικών δεδομένων. Ο συγγραφέας διαθέτει τη θεωρητική και επιστημονική κατάρτιση προκειμένου να κατακτήσει τη συλλογική πορεία της πατρινής κοινωνίας από το 1828 μέχρι το 1974 και όπου χρειάζεται εύστοχα συνδέει τις τοπικές με τις πανελλήνιες εξελίξεις. Το έργο του είναι προσωπική του κατάκτηση, καταξίωση του πολύχρονου μόχθου του με βάση την ηθικοπνευματική του βούληση, τη δική του αντίληψη του κόσμου και τη δική του κλίμακα αξιών.

Ο Β. Λάζαρης είναι αναμφισβήτητο ότι στο πεντάτομο έργο του αφήνει τη σφραγίδα της προσωπικότητάς του. Και είναι πολύ πλούσια τόσο σε παιδεία όσο και στις εμπειρίες της ζωής. Και θα πρέπει ο αναγνώστης που επιθυμεί να προσεγγίσει την ιστορική αλήθεια  να μάθει να διαβάζει τις απόψεις τις θεωρούμενης ως άλλης πλευράς και να μην αρκείται στις παγιωμένες αντιλήψεις και στερεότυπες εικόνες. Να θεωρεί ότι σε αρκετά θέματα, συμπεράσματα και αξιολογικές κρίσεις προσώπων ή δράσεων οι διαφορετικές εκδοχές ή και διαφωνίες είναι θεμιτές. Να γνωρίζει ότι ο ερμηνευτικός πλουραλισμός είναι επιστημονικά απαραίτητος ιδιαίτερα όταν φωτίζει από διαφορετικές πλευρές, γεγονότα φορτισμένα συναισθηματικά και ιδεολογικά. Οι πολλαπλοί συσχετισμοί εκτείνουν την έρευνα και οδηγούν σε πλατύτερη  αντικειμενική βάση για να αντιλαμβανόμαστε την ιστορική αλήθεια όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν. «Εκ μέντοι της προς άλληλα  συμπλοκής και παραθέσεως, έτι δε ομοιότητος και διαφοράς, μόνως αν τις εφίκοιτο και  δυνηθείη κατοπτεύσας άμα το χρήσιμον και το τερπνόν εκ της ιστορίας λαβείν» κατά τον Ιστορικό Πολύβιο (2ος  π.Χ. αιώνας) .

Last modified on Tuesday, 18/06/2019

Πρωτοσέλιδο Τελευταίας Έκδοσης

Πρωτοσέλιδο Τελευταίας Έκδοσης

PDF, E-Paper τελευταίας έκδοσης εδώ

Ανασκόπηση 2018

Πρωτοσέλιδο Ανασκόπησης

Δείτε το PDF εδώ

Δίκτυο Forum Ανάπτυξης

Δειτε το καναλι μας στο YouTube

Video Gallery

Αρχή Σελίδας