Άρθρο του Γιώργου Μαρκατάτου* Σε μια ενδιαφέρουσα μελέτη που δημοσιοποιήθηκε πριν λίγες μέρες, γίνεται έντονος λόγος για τη δημοκρατία που υφίσταται μια παγκόσμια ύφεση. Η διαπίστωση της δημοκρατικής διάβρωσης συμβαίνει κυρίως σταδιακά παρά ως απότομη κατάρρευση, κυρίως στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο έγγραφο αυτό ακολουθείται μια συστημική προσέγγιση για το πώς γίνεται η δημοκρατική διάβρωση. Θεματικές ενότητες όπως η οικονομική ανισότητα και οι αποτυχίες της διακυβέρνησης, επιδεινώνονται από την εκλογή ηγετών που στη συνέχεια προχωρούν στην εκκένωση των ουσιαστικών χαρακτηριστικών της δημοκρατίας, και προκαλούν κοινωνική πόλωση. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν έχουμε στρατηγικές επιλογές για το μέλλον της δημοκρατίας στην Ευρώπη. Το ESPAS είναι μια οντότητα στην οποία συμμετέχουν θεσμικά όργανα και φορείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Συμβούλιο, Κομισιόν και άλλα όργανα) δημοσίευσε μελέτη για την υποχώρηση της δημοκρατίας και των αρχών που τη διέπουν. Η δημοσίευση αυτή δεν δεσμεύει τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που διαδραματίζει σε αρκετά σημεία και σε μια ευρεία θεματολογία ρόλο συννομοθέτη, μέσω των ευρωβουλευτών του πιέζει για «στρατιωτικό Σένγκεν» για να αντισταθεί σε πιθανή ρωσική επιθετικότητα. Αν πρέπει να εξετάσουμε τα βασικά σημεία της δημοκρατικής υποχώρησης στη λήψη αποφάσεων, θα είχε ιδιαίτερο νόημα να ερευνήσουμε και τη σχέση με το κοινοτικό κεκτημένο και τις ασυμμετρίες μεταξύ κρατών/περιφερειών, και πώς αυτά συνδέονται με τη νέα «στρατιωτικοποίηση» της ΕΕ, π.χ. την πρόταση για «στρατιωτική Σένγκεν». Το ζητούμενο λοιπόν είναι αν μπορούμε να διατυπώσουμε προτάσεις ανάσχεσης και αναθεώρησης προβληματικών αποφάσεων. Στη μελέτη αυτή αποτυπώνεται η δημοκρατική υποχώρηση στη λήψη αποφάσεων ως η πιο ανησυχητική διάσταση που παίρνει τη μορφή διαρκούς υποχώρησης του κράτους δικαίου (φάνηκε ιδιαίτερα με την πανδημία COVID-19). Η διάβρωση του κράτους δικαίου συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα εναλλαγής κυβερνήσεων μέσω ελεύθερων εκλογών, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και τα θεσμικά αντίβαρα. Όταν αυτά αποδυναμώνονται, οι τυπικές εκλογικές διαδικασίες παραμένουν, αλλά το ουσιαστικό περιεχόμενο της δημοκρατίας φθίνει. Η εκτελεστική υπερσυγκέντρωση (executive aggrandisement) είναι μια δεύτερη συνιστώσα της δημοκρατικής διάβρωσης που αφορά τις εκλεγμένες εκτελεστικές εξουσίες, οι οποίες αποδυναμώνουν σταδιακά τα θεσμικά αντίβαρα (κοινοβούλια, ανεξάρτητες αρχές, δικαιοσύνη). Αυτό γίνεται:• με εκκαθάριση δημοσίων λειτουργών,• με μείωση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης,• με αποφυγή ουσιαστικού κοινοβουλευτικού ελέγχου,• με υπονόμευση ή αποστράγγιση πόρων των ρυθμιστικών αρχών και των ΜΜΕ. Η εικόνα αυτή αφορά και κράτη-μέλη της ΕΕ, και συνδέεται με παγίωση κυβερνήσεων που χρησιμοποιούν τα ευρωπαϊκά εργαλεία (κονδύλια, βέτο, διαπραγματεύσεις) με τρόπο που εξυπηρετεί στενά εθνικά ή κομματικά συμφέροντα, εις βάρος της κοινής ευρωπαϊκής νομιμοποίησης. Πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και «αποπολιτικοποίηση» της ΕΕΈνα ενδιαφέρον σημείο είναι η διάγνωση ότι το ήδη σύνθετο τοπίο επιδεινώνεται στην ΕΕ λόγω:• της ετερογένειας των κρατών-μελών, και• της ίδιας της φύσης της Ένωσης ως υπερεθνικού συστήματος κανόνων και θεσμών. Στη μελέτη αυτή, πέρα από την κλασική συζήτηση περί «δημοκρατικού ελλείμματος», τίθενται σοβαρά ερωτήματα για το πώς η εκτεταμένη «αποπολιτικοποίηση» της χάραξης πολιτικής σε επίπεδο ΕΕ επηρεάζει την αντιπροσωπευτικότητα και τη λογοδοσία – ιδίως στους τομείς οικονομικής, δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής. Με άλλα λόγια, ένας αυξανόμενος όγκος αποφάσεων τοποθετείται στο πεδίο του «τεχνικού/αναπόφευκτου», έξω από τη σφαίρα της ανοιχτής πολιτικής διαμάχης. Αυτό μειώνει τη δυνατότητα των πολιτών να αμφισβητούν ουσιαστικά τις επιλογές, και να προτείνουν εναλλακτικές πορείες. Είναι λοιπόν αποδεδειγμένο ότι ο Ευρωπαίος πολίτης δεν μπορεί να παρέμβει σε εξαιρετικά σοβαρά θέματα, για τα οποία θα ήταν δημοκρατικά υπεύθυνο το σύστημα που θα έδινε τη δυνατότητα παρέμβασης. Σοβαρό παράδειγμα είναι η μείωση των κονδυλίων της Κοινής Γεωργικής Πολιτικής, που ενώ διακυβεύεται ακόμη και ο κανόνας αυτάρκειας ή επιβίωσης και πλήττεται και η ίδια η εφοδιαστική αλυσίδα, μόνο στην Ελλάδα παρατηρείται σοβαρή κινητοποίηση αγροτών και ίσως να δούμε και σε μερικές άλλες περιπτώσεις παρόμοιες κινητοποιήσεις, αλλά στην ουσία ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης αδιαφορεί αν θα καταναλώσει αγελαδινό γάλα από τις πεδιάδες της Ουρουγουάης ή πορτοκάλια από τη Βραζιλία. Ο Γερμανός κατασκευαστής όμως αυτοκινήτων ή τρακτέρ, αν εισάγει πορτοκάλια και αγελαδινό γάλα στην ΕΕ, θα μπορεί να πουλήσει τα βιομηχανικά προϊόντα του. Αυτή η διάσταση αναπέμπει στο «δίλημμα πολιτικής» της ΕΕ έναντι δημοκρατικής οπισθοδρόμησης. Εδώ το δίλημμα της ΕΕ μπροστά στη δημοκρατική οπισθοδρόμηση σε κράτη-μέλη παίρνει τις ακόλουθες προοπτικές:• Αν υπάρξει «πολύ λίγη» αντίδραση, κινδυνεύουν να παγιωθούν αυταρχικές πρακτικές εντός της Ένωσης.• Αν υπάρξει «υπερβολική» αυστηρότητα (π.χ. με κυρώσεις ή αιρεσιμότητα κονδυλίων), μπορεί να ενισχυθούν φυγόκεντρες τάσεις και να διασπαστεί πολιτικά η Ένωση. Αν κατανοούμε ορθώς το δίλημμα αυτό, από μόνο του δείχνει μια νέα μορφή δημοκρατικής έντασης, αφού ο ίδιος ο «θεματοφύλακας» των αξιών (η ΕΕ) δεσμεύεται από κανόνες και ισορροπίες που καθιστούν δύσκολη την έγκαιρη και ισότιμη υπεράσπιση της δημοκρατίας. Στο επόμενο σημείωμά μας θα αναφερθούμε στους συσχετισμούς του κοινοτικού κεκτημένου, με τις ανισότητες που δημιουργεί και πώς επηρεάζεται η ουσιαστική δημοκρατία. Επίσης θα δώσουμε μια απάντηση στη μετάλλαξη από την «ένωση ειρήνης» στο «στρατιωτικό Σένγκεν». Τέλος, θα προσπαθήσουμε να δούμε πώς είναι δυνατή η βελτίωση, ανάσχεση ή και αναθεώρηση προβληματικών αποφάσεων. * Ο Γιώργος Μαρκατάτος είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ELYROS SA.











































































