Του Θανάση Γιανναδάκη* Για να ξαναπιάσει η Προοδευτική Παράταξη το νήμα της κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής σημαίνει ότι πρέπει να μιλήσουμε ξανά, καθαρά, για το ποιοι είμαστε, γτι και ποιους θέλουμε να εκφράσουμε κυριαρχικά και, σε τι στεκόμαστε απέναντι. Γιατί χωρίς ιδεολογική και πολιτική καθαρότητα η πολιτική γίνεται διαχείριση και χωρίς κοινωνική απεύθυνση η διαχείριση γίνεται συντήρηση. Η συντήρηση, στη χώρα μας, δεν είναι απλώς μια διαφορετική “άποψη” για το κράτος ή την οικονομία, αλλά ένα μοντέλο εξουσίας που θέλει την κοινωνία κατακερματισμένη, την αγορά ρυθμισμένη υπέρ των ισχυρών, το κράτος συγκεντρωτικό και εξαρτημένο από «αυλές», και τη δημόσια ζωή να λειτουργεί με φόβο, ενοχή και πειθαρχία αντί με δικαιοσύνη, προστασία και ελευθερία. Αν η Προοδευτική Παράταξη θέλει να γίνει ξανά πλειοψηφική, δεν αρκεί να δηλώνει “προοδευτική”. Πρέπει να κάνει ορατό το πραγματικό δίπολο, να δείξει ποια διλήμματα κρύβονται πίσω από τα συνθήματα της Δεξιάς, και να προτείνει μια αξιακή, δημοκρατική, παραγωγική και στρατηγική κατεύθυνση που να αφορά τους πολλούς όχι ως ακροατήριο, αλλά ως κοινωνική πλειοψηφία. 1ο δίλημμα Αν η δημοκρατία θα είναι τυπική ή ουσιαστική, αν θα είναι μια διαδικασία που τελειώνει στην κάλπη ή μια καθημερινή εμπειρία ισονομίας και προστασίας. Η Δεξιά παράταξη έχει ως πυρήνα της τη λογική ότι η κοινωνία κρατιέται “σε τάξη” όταν το κράτος συγκεντρώνει εξουσία, όταν οι θεσμοί λειτουργούν περισσότερο ως εργαλεία ελέγχου παρά ως αντίβαρα, όταν η λογοδοσία είναι επιλεκτική και όταν η πολιτική διακυβέρνηση αντιμετωπίζει τη διοίκηση σαν προέκταση της. Εμείς οφείλουμε να απαντάμε με μια θεμελιώδη αξιακή θέση: ότι η ισονομία δεν είναι πολυτέλεια, είναι ο όρος για να ξαναγεννηθεί εμπιστοσύνη, και ότι χωρίς εμπιστοσύνη δεν υπάρχει ούτε συμμετοχή ούτε κοινωνική συνοχή ούτε εθνική αντοχή. Το δίλημμα λοιπόν δεν είναι “θεσμοί ή κοινωνία”, όπως συχνά παρουσιάζεται παραπλανητικά, αλλά αν το κράτος θα είναι κοινό σπίτι ή κράτος-λάφυρο, αν η διοίκηση θα υπηρετεί τον πολίτη με κανόνες ή θα υπηρετεί κύκλους ισχύος με εξαιρέσεις, αν η δικαιοσύνη θα είναι εμπειρία όλων ή προνόμιο όσων έχουν πρόσβαση. 2ο δίλημμα Αν η οικονομία θα υπηρετεί την κοινωνία ή αν η κοινωνία θα προσαρμόζεται στην οικονομία των λίγων. Η συντήρηση, με τον σύγχρονο της τρόπο, έχει μια σταθερή αφήγηση: «αφήστε την αγορά να δουλέψει και θα ωφεληθούν όλοι», ενώ στην πράξη αυτό που βλέπουμε είναι αγορές που λειτουργούν με άνιση ισχύ, με ολιγοπωλιακές δομές, με τιμές που ανεβαίνουν γρηγορότερα από τους μισθούς, με εργαζόμενους που έχουν αδύναμη διαπραγματευτική θέση και με μικρομεσαίους που νιώθουν ότι δεν έχουν προστασία απέναντι σε ισχυρούς παίκτες. Εμείς οφείλουμε να απαντάμε με μια προοδευτική αλήθεια που δεν χρειάζεται στόμφο για να είναι ριζοσπαστική: ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να είναι πλήρης όταν η οικονομία είναι ολιγαρχική, ότι η ανισότητα ισχύος στην αγορά μεταφράζεται σε ανισότητα ζωής, και ότι το δικαίωμα στην αξιοπρεπή εργασία και στον μισθό που επιτρέπει ζωή δεν είναι “κόστος”, αλλά θεμέλιο κοινωνικής ειρήνης και ανάπτυξης. Το δίλημμα εδώ είναι αν η χώρα θα συνεχίσει να λειτουργεί με κανόνες που ευνοούν τη συγκέντρωση και τις “λίγες μεγάλες δυνάμεις” ή αν θα ξαναχτίσει συλλογική ισχύ υπέρ της εργασίας, υπέρ της δίκαιης κατανομής της αξίας, υπέρ της προστασίας από την αυθαιρεσία, υπέρ μιας αγοράς που υπηρετεί τον πολίτη και όχι το αντίστροφο. 3ο δίλημμα Αν η κοινωνική πολιτική θα είναι “ελεημοσύνη” και αποσπασματική ανακούφιση ή αν θα είναι υποδομή ελευθερίας και ισότητας. Η συντήρηση τείνει να αντιμετωπίζει τη φτώχεια και την επισφάλεια ως ατομικό πρόβλημα που λύνεται είτε με κράτος «πατερούλη» είτε με ηθικές νουθεσίες, ενώ στη ζωή των ανθρώπων τα μεγάλα βάρη είναι δομικά: στέγη που δεν βγαίνει, φροντίδα που ιδιωτικοποιείται μέσα στο νοικοκυριό, νέοι που δεν μπορούν να κάνουν σχέδια, οικογένειες που λυγίζουν, μονογονεϊκές οικογένειες που παλεύουν μόνες, γυναίκες που σηκώνουν δυσανάλογο φορτίο, χρόνος που δεν υπάρχει. Εμείς οφείλουμε να απαντάμε με ένα άλλο αξιακό σημείο εκκίνησης: ότι η μέριμνα είναι δικαίωμα και όχι ατομική τιμωρία, ότι η στέγη είναι κοινωνικός όρος ελευθερίας, και ότι χωρίς κοινωνικό κράτος νέας γενιάς δεν υπάρχει ούτε δημογραφική αντοχή ούτε κοινωνική κινητικότητα ούτε δυνατότητα συμμετοχής. Το δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι “λιγότερο ή περισσότερο κράτος” με αφηρημένους όρους, αλλά αν το κράτος θα λειτουργεί ως υποδομή ισότητας που απελευθερώνει δυνατότητες ή ως μηχανισμός που αφήνει τους ανθρώπους μόνους και μετά τους ζητά να είναι «υπεύθυνοι». 4ο δίλημμα Αν η χώρα θα μείνει κλειδωμένη σε ένα παραγωγικό μοντέλο χαμηλής αξίας και χαμηλών μισθών ή αν θα χτίσει μια παραγωγική στρατηγική που δίνει προοπτική και κρατά ανθρώπους εδώ. Η συντήρηση συχνά βαφτίζει “ανάπτυξη” μια πορεία που δεν μεταφράζεται σε κοινωνική ευημερία για την πλειοψηφία, γιατί όταν η προστιθέμενη αξία είναι χαμηλή και η τεχνολογία δεν διαχέεται, η ανάπτυξη μένει σε λίγους κλάδους και σε λίγα χέρια, ενώ το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα βιώνει στασιμότητα. Εμείς οφείλουμε να απαντάμε με έναν παραγωγικό πατριωτισμό, όχι ως ρητορεία, αλλά ως κοινωνικό σχέδιο που θα κοινωνικοποιεί τα μέσα και τους πόρους παραγωγής στην ουσία της παραγωγικής και εξελικτικής διεργασίας: επένδυση σε δεξιότητες, έρευνα, καινοτομία, διάχυση τεχνολογίας στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μεταποίηση και εξαγώγιμη οικονομία υψηλής αξίας, ώστε η χώρα να παράγει μισθούς, σταθερότητα, προοπτική. Και επειδή η τεχνητή νοημοσύνη και η αυτοματοποίηση ήδη μετασχηματίζουν την εργασία, το δίλημμα γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένο: ή θα αφήσουμε την τεχνολογία να γίνει μηχανή νέας ανισότητας και συγκέντρωσης ισχύος ή θα τη δέσουμε με ισότητα ευκαιριών, με προστασία της μετάβασης, με δίκαιο μοίρασμα της παραγωγικότητας, ώστε το μέλλον να μην είναι προνόμιο όσων ξεκινούν με πλεονέκτημα. 5ο δίλημμα Αν η χώρα θα συνεχίσει να κυβερνιέται σαν να είναι μόνο το κέντρο ή αν θα γίνει πραγματικά χώρα περιφερειών, παραγωγών και κοινοτήτων με δικαίωμα στο μέλλον. Η συντήρηση, στην πράξη, αναπαράγει τον συγκεντρωτισμό, τις οριζόντιες πολιτικές και την άνιση κατανομή πόρων και ευκαιριών, ενώ η περιφέρεια αδειάζει, ο πρωτογενής τομέας μένει αδύναμος στην αλυσίδα αξίας και η ύπαιθρος αντιμετωπίζεται σαν υπόβαθρο, όχι σαν καρδιά της κοινωνικής συνοχής. Εμείς οφείλουμε να απαντάμε με μια καθαρή επιλογή: αποκέντρωση με πόρους και λογοδοσία, ενίσχυση του παραγωγού απέναντι στους μεσάζοντες και τις αλυσίδες, σύγχρονα σχήματα συνεργασίας και κλίμακας, ασφάλιση κινδύνου σε έναν κόσμο κλιματικής αστάθειας, μεταποίηση και brand που κρατά αξία στη χώρα, γιατί χωρίς περιφέρεια με... Read More















































































