Άρθρο του Γιώργου Μαρκατάτου* Η Ισλανδία είπε «όχι» στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, με τρία χαρακτηριστικά στοιχεία: δυσπιστία προς την ΕΕ κυριαρχία και αλιεία με τις φάλαινες. Η χώρα βέβαια δεν αποχωρεί από την ευρωπαϊκή συνεργασία, αλλά εκφράζει την άρνηση της να αρχίσει εκ νέου η διαδικασία πλήρους ένταξης. Η ακριβής διατύπωση του ερωτήματος επιβεβαιώνεται από την ισλανδική κυβέρνηση, ενώ τα τελικά αποτελέσματα δημοσιεύθηκαν από τη δημόσια ραδιοτηλεόραση. Η Ισλανδία είναι ήδη στενά συνδεδεμένη με την ΕΕ. Ως μέλος του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου συμμετέχει στην ενιαία αγορά και εφαρμόζει μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, ενώ συμμετέχει επίσης στη ζώνη Σένγκεν. Σύμφωνα με τη δεξαμενή σκέψης Bruegel1 η Ισλανδία προτίμησε να διατηρήσει τη σημερινή, στενή αλλά όχι πλήρη, σχέση της με την Ένωση. Η αλιεία και ο έλεγχος των θαλάσσιων πόρων Τεκμηριωμένο με σαφήνεια το επιχείρημα του «όχι» ήταν η αλιεία. Για την Ισλανδία δεν πρόκειται απλώς για έναν παραγωγικό κλάδο. Η αλιεία αποτελεί βασικό τμήμα των εξαγωγών, της οικονομικής ιστορίας, της περιφερειακής απασχόλησης και της εθνικής ταυτότητας. Οι αντίπαλοι της ένταξης υποστήριξαν ότι η υπαγωγή στην Κοινή Αλιευτική Πολιτική θα μπορούσε να περιορίσει την ικανότητα της χώρας να καθορίζει αυτόνομα τις ποσοστώσεις, την πρόσβαση στα αλιευτικά της πεδία και τον τρόπο διαχείρισης των αποθεμάτων. Σύμφωνα με άρθρο του Politico υπό τον τίτλο «Ο πραγματικός λόγος που η Ισλανδία απέρριψε την ΕΕ» η έναρξη διαπραγματεύσεων μετατράπηκε σε μία ευρύτερη ψηφοφορία για την κυριαρχία. Δεν προκύπτει όμως από τις σοβαρότερες αναλύσεις ότι το κυνήγι φαλαινών αποτέλεσε τον κύριο λόγο του αποτελέσματος. Γεωργία, ενέργεια και μικρή εθνική αγορά Δεύτερη ομάδα επιχειρημάτων αφορούσε τη γεωργία και την επισιτιστική ασφάλεια. Οι Ισλανδοί παραγωγοί δραστηριοποιούνται σε ιδιαίτερα δυσμενείς κλιματικές και γεωγραφικές συνθήκες και εξαρτώνται από ένα σύστημα εθνικής προστασίας και στήριξης. Υπήρχε ο φόβος ότι η Κοινή Γεωργική Πολιτική και το καθεστώς της ενιαίας αγοράς θα αύξαναν τον ανταγωνισμό από φθηνότερα ευρωπαϊκά προϊόντα και θα περιόριζαν τη δυνατότητα εφαρμογής ειδικών εθνικών μέτρων. Αντίστοιχες επιφυλάξεις εκφράστηκαν για την ενέργεια. Η Ισλανδία διαθέτει εξαιρετικά σημαντικούς γεωθερμικούς και υδροηλεκτρικούς πόρους, οι οποίοι αποτελούν στρατηγικό εθνικό πλεονέκτημα. Τμήμα της κοινής γνώμης φοβήθηκε ότι η βαθύτερη ενεργειακή ενσωμάτωση θα οδηγούσε σταδιακά σε μεγαλύτερη ευρωπαϊκή επιρροή επί των τιμών, των υποδομών και της αξιοποίησης αυτών των πόρων. Το νόμισμα και το κόστος ζωής Η οικονομική συζήτηση ήταν περισσότερο σύνθετη, διότι οι υποστηρικτές του «όχι» επισήμαναν ότι η ισλανδική κορόνα επιτρέπει στη χώρα να ασκεί ανεξάρτητη νομισματική πολιτική και να προσαρμόζεται ταχύτερα στις οικονομικές κρίσεις, και έτσι η εύπορη Ισλανδία θα γινόταν καθαρός συνεισφέρων στον προϋπολογισμό της ΕΕ. Το επιχείρημα αυτό συνδέθηκε με το γενικότερο ερώτημα εάν η χώρα πρέπει να πληρώνει περισσότερο για μια θεσμική συμμετοχή όταν ήδη διαθέτει πρόσβαση στην ενιαία αγορά. Ήταν η Ουκρανία και οι εξοπλισμοί βασικός λόγος του «όχι»; Σε σχέση με την προηγούμενη παράγραφο, και ενώ δεν προκύπτει ότι η στήριξη της Ουκρανίας ή η αύξηση των ευρωπαϊκών στρατιωτικών δαπανών αποτέλεσαν βασικό και αυτοτελές επιχείρημα του «όχι», μάλλον θα πρέπει να μας οδηγήσει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία, οδήγησε του Ισλανδούς να εκφράσουν ξεκάθαρα ότι απέχουν από τη διαδικασία αυτή! Εξάλλου ήταν ήδη εκφρασμένη άποψη ότι η ένταξη δεν θα προσέθετε αποφασιστική στρατιωτική προστασία, την οποία οι Ισλανδοί θεωρούν ότι διαθέτουν μέσω της ασφάλειας του ΝΑΤΟ, στο οποίο είναι ήδη ενταγμένοι. Σε κάθε περίπτωση, στη μικρή αυτή χώρα ασφαλώς υπάρχει ευρύτερος ευρωπαϊκός προβληματισμός για την ταυτόχρονη χρηματοδότηση της Ουκρανίας, την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών και τις πιέσεις στα κοινωνικά εισοδήματα. Οι αμυντικές δαπάνες των κρατών-μελών της ΕΕ εκτιμάται ότι θα φθάσουν τα 454 δισ. ευρώ το 2026, αυξημένες κατά περίπου 75% έναντι του 2021. Πρόκειται για πραγματικό και σοβαρό ζήτημα πολιτικής προτεραιοτήτων, όπως δείχνουν τα επίσημα στοιχεία του Συμβουλίου της ΕΕ. Το πολιτικό μήνυμα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση Το αποτέλεσμα δεν σημαίνει ότι οι Ισλανδοί επέλεξαν απομόνωση ή ότι απέρριψαν τις ευρωπαϊκές αξίες. Επέλεξαν ένα διαφορετικό μοντέλο: συνεργασία μέσω του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου και του Σένγκεν, συμμαχική προστασία μέσω του ΝΑΤΟ και διατήρηση του εθνικού ελέγχου στους βασικούς φυσικούς πόρους. Ωστόσο, η ψήφος αποτελεί προειδοποίηση για την ΕΕ και προσωπικά για την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Μία εύπορη, δημοκρατική και ήδη βαθιά ευρωπαϊκά ενσωματωμένη χώρα δεν πείστηκε ότι η πλήρης ιδιότητα του μέλους προσφέρει περισσότερα από όσα θα της αφαιρέσει. Η δυσπιστία απέναντι στη συγκέντρωση εξουσιών στις Βρυξέλλες, η αίσθηση περιορισμένης επιρροής ενός κράτους μόλις 400.000 κατοίκων και η αδυναμία της ΕΕ να δώσει εκ των προτέρων πειστικές εγγυήσεις για την αλιεία έκριναν περισσότερο το αποτέλεσμα. Συνεπώς θα περιμένουμε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις εξαγγελίες της προέδρου της Κομισιόν και τις διαπιστώσεις της για την κατάσταση στην ΕΕ, σε λίγες μόλις μέρες, που θα αφορούν και το άμεσο μέλλον μας, ώστε να δούμε τι μέλει γενέσθαι με τη γενικότερη δοκιμασία αξιοπιστίας της ευρωπαϊκής ηγεσίας, η οποία είναι διαπιστωμένη πλέον, υπόθεση. Διότι, θέματα όπως διεύρυνση, ανταγωνιστικότητα, Ουκρανία, άμυνα, κοινωνικές πιέσεις ΚΓΠ και συνοχή δημιουργούν περισσότερο την αίσθηση δυσπιστίας, μαζί και με τις αντιφατικές εξελίξεις για τις διαπραγματεύσεις περί του μακροχρόνιου προϋπολογισμού της ΕΕ.. * Ο Γιώργος Μαρκατάτος είναι Διευθύνων Σύμβουλος της ELYROS SA.




















