Της Μάχης Γεωργακοπούλου*
Για δεκαετίες η αξιολόγηση της ακαδημαϊκής έρευνας στηρίχθηκε σε μια μονοδιάστατη λογική: τον αριθμό των αναφορών αποτελώντας έτσι το «σκληρό νόμισμα» της επιστήμης.
Το citation count υπήρξε ο δείκτης κύρους που επηρέασε πανεπιστημιακές κατατάξεις, ροές χρηματοδότησης και την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία. Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία αναδεικνύει τα όριά του όπως για παράδειγμα οι αναφορές δεν μετρούν τη συνάφεια με τις κοινωνικές ανάγκες, ευνοούν ορισμένα επιστημονικά πεδία εις βάρος άλλων και ενισχύουν τις ανισότητες υπέρ των αγγλόφωνων και των δυτικών πανεπιστημίων. Σήμερα, η μονοδιάστατη αυτή λογική καταρρέει και τα πανεπιστήμια αναπροσαρμόζουν την στρατηγική τους.
Όσα πανεπιστήμια παραμένουν εγκλωβισμένα στην «κουλτούρα των citations» κινδυνεύουν να μείνουν πίσω.Η στρατηγική αναπροσαρμογή περιλαμβάνει δράσεις όπως
- Επένδυση σε διεπιστημονικά κέντρα: Η καινοτομία συχνά προκύπτει στη διασταύρωση κλάδων (π.χ. τεχνητή νοημοσύνη και ιατρική, κλιματική επιστήμη και οικονομικά).
- Ενίσχυση της κοινωνικής διασύνδεσης όπως Συνεργασίες με κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και κοινωνία πολιτών δεν είναι πλέον περιφερειακές αλλά αποτελούν βασική οδό για αύξηση του αντίκτυπου.
- Υιοθέτηση εργαλείων ανάλυσης μεγάλων δεδομένων: Η δυνατότητα χαρτογράφησης της επιρροής ενός ιδρύματος θα αποτελέσει κρίσιμο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.
Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει ριζικά το τοπίο. Μέσα από αλγοριθμικές αναλύσεις μεγάλων δεδομένων, αποκαλύπτονται δίκτυα γνώσης, διατομεακές επιρροές και πραγματικοί μηχανισμοί διάχυσης των επιστημονικών ιδεών στην κοινωνία.
Η νέα μέθοδος χρησιμοποιεί ένα «καλάθι δεικτών» που αποτυπώνει πολλαπλές διαστάσεις: από την επιρροή σε κρίσιμες πολιτικές αποφάσεις έως τη συμβολή σε καινοτομίες και στην επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης.
Ήδη, τα διεθνή παραδείγματα είναι εύγλωττα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Research Excellence Framework ενσωματώνει «impact case studies» που αποδεικνύουν την κοινωνική και οικονομική αξία της έρευνας. Στην Αυστραλία, το Engagement and Impact Assessment εξετάζει πολιτιστικά και κοινωνικά οφέλη ενώ στην Ολλανδία το Strategy Evaluation Protocol εστιάζει στη στρατηγική και κοινωνική συνάφεια. Στη Σιγκαπούρη, η δημόσια χρηματοδότηση ευθυγραμμίζεται με εθνικές προτεραιότητες όπως η βιώσιμη ανάπτυξη και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, επιβραβεύοντας τη διεπιστημονικότητα.
Η στροφή αυτή έχει ευρείες συνέπειες καθώς τα πανεπιστήμια οφείλουν να επενδύσουν σε διεπιστημονικά κέντρα και να ενισχύσουν τις συνδέσεις τους με κοινωνικούς και οικονομικούς φορείς.Με αυτό τον τρόπο οι κυβερνήσεις αποκτούν νέα εργαλεία για πιο δίκαιη και αποτελεσματική κατανομή πόρων, μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και επίτευξη εθνικών στόχων.
Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια πολιτισμική αλλαγή όπου η αριστεία δεν μπορεί να ορίζεται αποκλειστικά από αριθμούς αλλά να συνδέεται με τη συνεισφορά στην κοινωνία, την οικονομία και την παγκόσμια γνώση.
Η προσαρμογή των ελληνικών δημόσιων πανεπιστημίων στο νέο διεθνές πλαίσιο αξιολόγησης της έρευνας δεν αποτελεί απλώς θεσμική υποχρέωση αλλά στρατηγική αναγκαιότητα. Η μετατόπιση από την αποκλειστική έμφαση στις citations προς μια πολυδιάστατη μέτρηση του αντίκτυπου ευθυγραμμίζει την ακαδημαϊκή παραγωγή γνώσης με τις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας και της οικονομίας. Εάν υιοθετηθεί με συνέπεια, θα επιτρέψει στα ελληνικά ΑΕΙ να αποδείξουν όχι μόνο την επιστημονική τους ποιότητα αλλά και τη συμβολή τους στη χάραξη δημόσιων πολιτικών, την δημιουργία καινοτόμων επιχειρηματικών οικοσυστημάτων, την ενίσχυση της περιφερειακής ανάπτυξης και την βελτίωση της καθημερινότητας των πολιτών.
Η έρευνα στη δημόσια υγεία μπορεί να οδηγήσει σε καλύτερα συστήματα πρόληψης και περίθαλψης, στη ναυτιλία να ενισχύσει την πράσινη μετάβαση και την τεχνολογική υπεροχή του κλάδου, στην αγροδιατροφή να βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων με βιώσιμες πρακτικές ενώ στον πολιτισμό να συνδεθεί με την πολιτιστική διπλωματία και τον τουρισμό υψηλής αξίας. Πρόκειται για μια σημαντική στροφή που μπορεί να μετατρέψει το δημόσιο πανεπιστήμιο από εσωστρεφή θεσμό σε καταλύτη κοινωνικής προόδου, διεθνούς κύρους και εθνικής ανταγωνιστικότητας.
* Η κα Μάχη Γεωργακοπούλου είναι Οικονομολόγος, Μέλος Συμβουλίου Διοίκησης Πανεπιστημίου Πατρών.























