Σήμερα, δύο και πλέον μήνες μετά τη μετάβαση του ΚΕΑΟ στο νέο πληροφοριακό σύστημα του e-ΕΦΚΑ, το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο ποια προβλήματα παρουσιάστηκαν, αλλά ποια αντιμετωπίστηκαν και με ποια αποτελέσματα. Η ψηφιοποίηση της κοινωνικής ασφάλισης αποτελεί αναγκαία μεταρρύθμιση. Δεν μπορεί, όμως, να θεωρείται επιτυχής αποκλειστικά επειδή τέθηκαν σε λειτουργία νέες ηλεκτρονικές εφαρμογές.
Οι προειδοποιήσεις των εργαζομένων έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα. Στις 18 Σεπτεμβρίου, η ΠΟΣΕ-ΕΦΚΑ κατήγγειλε σοβαρά προβλήματα στις υπηρεσιακές μονάδες, επισημαίνοντας ότι είχαν προηγηθεί επανειλημμένες παρεμβάσεις προς τη διοίκηση.
Στις 30 Σεπτεμβρίου, ο Σύλλογος Εργαζομένων Αττικής και Νήσων επανήλθε, καταγγέλλοντας συνεχιζόμενες και επαναλαμβανόμενες δυσλειτουργίες του νέου συστήματος.
Η διαμαρτυρία απέκτησε συνέχεια μέσα στον Οκτώβριο. Στις 6 του μήνα πραγματοποιήθηκε πανελλαδική στάση εργασίας, ενώ στις 12 Οκτωβρίου η Ομοσπονδία δημοσιοποίησε ανακοίνωση για την κινητοποίηση.
Οι εξελίξεις αυτές δείχνουν ότι οι αρχικές επισημάνσεις δεν περιορίστηκαν σε μία μεμονωμένη αντίδραση κατά την τεχνική μετάβαση.
Το ζήτημα έχει άμεση οικονομική διάσταση. Η διαχείριση ασφαλιστικών οφειλών, η ενημέρωση πληρωμών, η διατήρηση ενεργών ρυθμίσεων και η έκδοση ασφαλιστικής ενημερότητας συνδέονται με τη λειτουργία και τη ρευστότητα χιλιάδων επιχειρήσεων και επαγγελματιών.
Κάθε δυσλειτουργία που εμποδίζει αυτές τις διαδικασίες μπορεί να μετατρέψει μια τεχνική εκκρεμότητα σε πραγματικό οικονομικό βάρος.
Η διοίκηση του e-ΕΦΚΑ οφείλει να παρουσιάσει συγκεκριμένο απολογισμό: ποιες δυσλειτουργίες έχουν αποκατασταθεί, πόσες υποθέσεις παραμένουν σε εκκρεμότητα, ποιοι είναι οι χρόνοι εξυπηρέτησης και ποια μέτρα προστατεύουν τους ασφαλισμένους από τεχνικά προβλήματα για τα οποία δεν ευθύνονται.
Εξίσου αναγκαία είναι η αξιολόγηση της δημόσιας επένδυσης με μετρήσιμους δείκτες αποτελεσματικότητας και όχι μόνο με τεχνικά ορόσημα υλοποίησης.
Η ψηφιακή μεταρρύθμιση κρίνεται από το αποτέλεσμα, όχι από τις εξαγγελίες. Και στα τέλη Οκτωβρίου, η διαφάνεια για την πραγματική λειτουργία του νέου συστήματος αποτελεί πλέον ζήτημα διοικητικής ευθύνης και οικονομικής αξιοπιστίας.























