Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) για την επάρκεια τροφής ήρθε να θυμίσει πως πίσω από τη σταθεροποίηση των μακροοικονομικών μεγεθών, η φτώχεια εξακολουθεί να έχει ανθρώπινο πρόσωπο. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης (SILC) 2024, το 7% του πληθυσμού της Ελλάδας δήλωσε ότι αντιμετώπισε μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής το 2023, ενώ το 1,6% βίωσε σοβαρή ανεπάρκεια, δηλαδή περιόδους πλήρους στέρησης τροφής λόγω έλλειψης χρημάτων ή άλλων πόρων. Αν και τα ποσοστά αυτά φαίνονται μικρά, μεταφράζονται σε περισσότερους από 700.000 ανθρώπους που στερήθηκαν βασική διατροφή. Και το στοιχείο αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν αναλογιστεί κανείς πως η Ελλάδα ανήκει στην ομάδα των κρατών-μελών με το υψηλότερο ποσοστό επισιτιστικής ανεπάρκειας στη Δυτική Ευρώπη, ξεπερνώντας χώρες όπως η Ιταλία (1,7%) και η Γερμανία (4,1%), σύμφωνα με την ετήσια έκθεση του FAO The State of Food Security and Nutrition in the World 2025. Η εικόνα της Ευρώπης και η θέση της Ελλάδας Η ευρωπαϊκή μέση τιμή για τη μέτρια ή σοβαρή ανεπάρκεια τροφής είναι 7,4%, με τη σοβαρή ανεπάρκεια στο 1,8%. Η Ελλάδα, με 6,6% και 1,5% αντίστοιχα, βρίσκεται μεν κοντά στον μέσο όρο, αλλά υπολείπεται αισθητά χωρών με παρόμοιο εισοδηματικό επίπεδο και κοινωνικές δομές (π.χ. Ισπανία 6,5%, Ιταλία 1,7%). Η σύγκριση με τις σκανδιναβικές χώρες είναι αποκαλυπτική: στη Δανία και τη Σουηδία τα ποσοστά μέτριας ή σοβαρής ανεπάρκειας κινούνται στο 6,9%, ωστόσο με πολύ ισχυρότερα δίχτυα κοινωνικής προστασίας και σχεδόν μηδενικά φαινόμενα μακροχρόνιας πείνας. Η επιμονή του φαινομένου στην Ελλάδα από το 2019 ως το 2024 (μεταξύ 6% και 8%) δείχνει ότι η επισιτιστική ανασφάλεια δεν είναι περιστασιακό σύμπτωμα κρίσης, αλλά σταθερή παρενέργεια των ανισοτήτων στο εισόδημα και στην πρόσβαση σε βασικά αγαθά. Η Δυτική Ελλάδα: μια περιφέρεια σε επισιτιστική πίεση Σύμφωνα με τα αναλυτικά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ (Έρευνα SILC 2024), η Δυτική Ελλάδα εμφανίζει υψηλότερα ποσοστά επισιτιστικής ανεπάρκειας σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο. Η περιοχή συγκαταλέγεται στις τρεις φτωχότερες περιφέρειες της χώρας, με σημαντικά ποσοστά νοικοκυριών που δηλώνουν ότι «έμειναν χωρίς τροφή» ή «έφαγαν λιγότερο από όσο είχαν ανάγκη». Η εξάρτηση από εποχική εργασία, η μερική απασχόληση και η γήρανση του πληθυσμού εντείνουν την επισιτιστική ανασφάλεια ακόμη και σε αγροτικές κοινότητες, όπου –παραδόξως– η παραγωγή τροφίμων δεν συνεπάγεται επάρκεια. Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει αυξημένες ενδείξεις πείνας ή ασιτίας σε νοικοκυριά χωρίς σταθερό εισόδημα ή με μονογονεϊκές δομές. Η Πάτρα: μια πόλη που δοκιμάζεται Στην Πάτρα, η πίεση αποτυπώνεται σε ανησυχητικούς αριθμούς. Σύμφωνα με τον Κοινωνικό Οργανισμό του Δήμου Πατρέων (ΚΟΔΗΠ), περισσότερες από 5.500 οικογένειες έχουν ζητήσει στήριξη μέσω κοινωνικών προγραμμάτων και διανομής τροφίμων, ενώ 1.500 άτομα ενισχύονται σταθερά από το Κοινωνικό Παντοπωλείο. Παράλληλα, περίπου 300 πολίτες λαμβάνουν καθημερινό γεύμα από τις δομές σίτισης του δήμου. Συνολικά, εκτιμάται ότι πάνω από 12.000 κάτοικοι ζουν σε κατάσταση οριακής διατροφικής επάρκειας. Η ακρίβεια, η ενεργειακή επιβάρυνση και οι περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης έχουν επιδεινώσει τη ζωή πολλών οικογενειών, δείχνοντας ότι η επισιτιστική φτώχεια δεν αποτελεί πια περιθωριακό φαινόμενο, αλλά υπαρκτό κοινωνικό ζήτημα στο κέντρο της τρίτης μεγαλύτερης πόλης της χώρας. Η πολιτική διάσταση: φτώχεια μέσα στην ανάπτυξη Η χώρα αναπτύσσεται, οι δείκτες βελτιώνονται, αλλά το 7% των πολιτών ζει σε συνθήκες σύγχρονης επισιτιστικής φτώχειας. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο κοινωνικό- είναι πολιτικό. Η αναθεώρηση της στεγαστικής πολιτικής, η μείωση του κόστους διατροφής μέσω στοχευμένων επιδοτήσεων, και η ενίσχυση του Κοινωνικού Εισοδήματος Αλληλεγγύης δεν αποτελούν φιλανθρωπία, αλλά οικονομική ανάγκη για συνοχή και βιώσιμη ανάπτυξη. Η πείνα του 21ου αιώνα στην Ελλάδα δεν είναι αποτέλεσμα φυσικής έλλειψης τροφής, αλλά ανισοκατανομής. Και όσο αυτή παραμένει «αόρατη» στους αριθμούς της ανάπτυξης, η κοινωνία θα συνεχίσει να μετρά όχι μόνο εισοδήματα, αλλά και χαμένες ανθρώπινες αξιοπρέπειες. Πηγές: Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών 2024 (εισοδήματα 2023) FAO, IFAD, UNICEF, WFP & WHO (2025), The State of Food Security and Nutrition in the World 2025 Eurostat, EU-SILC Comparative Indicators (2023–2024) ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ Η ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΕΛΣΤΑΤ.


















