Η συνταγματική αναθεώρηση είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αντιμετωπίζεται ως ακόμη ένα επεισόδιο της τρέχουσας πολιτικής αντιπαράθεσης. Δεν είναι ούτε κυβερνητικό λάβαρο ούτε αντιπολιτευτικό πεδίο άρνησης. Είναι η κορυφαία θεσμική διαδικασία μέσα από την οποία το πολιτικό σύστημα καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να σταθεί πάνω από την εκλογική συγκυρία και να σκεφτεί με ορίζοντα τη Δημοκρατία, το κράτος δικαίου και τις ανάγκες της κοινωνίας.
Η Ελλάδα πράγματι χρειάζεται συνταγματικές αλλαγές. Όχι επειδή κάθε παθογένεια λύνεται με μια νέα διάταξη, ούτε επειδή το Σύνταγμα πρέπει να φορτώνεται με ευχές και διακηρύξεις. Χρειάζεται αλλαγές εκεί όπου η εμπειρία των τελευταίων ετών έχει δείξει κενά, καθυστερήσεις και αδυναμίες. Χρειάζεται ισχυρότερες εγγυήσεις λογοδοσίας, αποτελεσματικότερους ελέγχους στην εξουσία, μεγαλύτερη διαφάνεια στη δημόσια λειτουργία, καλύτερη προστασία των δικαιωμάτων και θεσμούς που να αντέχουν στις πιέσεις της εκάστοτε πλειοψηφίας.
Πεδία όπως η Δικαιοσύνη, η ευθύνη υπουργών, οι ανεξάρτητες αρχές, η ποιότητα της νομοθέτησης, η δημόσια διοίκηση, η ελευθερία της ενημέρωσης, η προστασία της στέγης, η κλιματική κρίση, η τεχνητή νοημοσύνη και τα ψηφιακά δικαιώματα δεν μπορούν να μένουν έξω από τη συζήτηση. Πρόκειται για ζητήματα που αφορούν την καθημερινή λειτουργία της Δημοκρατίας και τη σχέση του πολίτη με το κράτος. Η συνταγματική αναθεώρηση έχει νόημα μόνο αν απαντά σε τέτοιες πραγματικές ανάγκες.
Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, η διαδικασία πρέπει να προστατευθεί από την εργαλειοποίηση. Το Σύνταγμα δεν είναι χώρος πολιτικών εντυπώσεων. Δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για αλλαγή ατζέντας, για επικοινωνιακή υπεροχή ή για προεκλογική συσπείρωση. Ούτε, από την άλλη πλευρά, μπορεί να αντιμετωπίζεται με μια γενική άρνηση που δεν συνοδεύεται από θετικές, συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις. Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη της πρωτοβουλίας, του χρόνου και του τρόπου με τον οποίο ανοίγει η διαδικασία. Η αντιπολίτευση έχει την ευθύνη να ελέγξει, να κρίνει, αλλά και να προτείνει.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι απλώς ποια άρθρα θα ανοίξουν. Είναι με ποιο πνεύμα θα ανοίξουν. Θα γίνει η αναθεώρηση πεδίο σοβαρής θεσμικής συνεννόησης ή ακόμη ένα μέτωπο κομματικής σύγκρουσης; Θα αναζητηθούν ευρύτερες συναινέσεις ή θα χρησιμοποιηθεί η διαδικασία για να καταγραφούν πολιτικές διαχωριστικές γραμμές ενόψει εκλογών; Θα επιδιωχθούν αλλαγές που περιορίζουν την αυθαιρεσία της εξουσίας ή αλλαγές που απλώς υπηρετούν το αφήγημα της ημέρας;
Η συζήτηση στη Βουλή έδειξε ότι υπάρχει βαθιά καχυποψία. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, με διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετική ένταση, αμφισβητούν τον χρόνο, τον τρόπο και το πολιτικό πλαίσιο της αναθεώρησης. Η επισήμανση αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί. Σε μια διαδικασία που απαιτεί αυξημένη θεσμική νομιμοποίηση, η εμπιστοσύνη είναι προϋπόθεση. Όταν λείπει, η ευθύνη όλων είναι να την αποκαταστήσουν, όχι να τη μετατρέψουν σε ακόμη ένα πεδίο αντιπαράθεσης.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος έχει από τη φύση της μια ιδιαίτερη θεσμική αρχιτεκτονική. Η πρώτη Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης και η επόμενη Βουλή καθορίζει το περιεχόμενο των αλλαγών. Αυτό σημαίνει ότι ο λαός μεσολαβεί μέσα από τις εκλογές. Η εκλογική ετυμηγορία δεν είναι εμπόδιο στη διαδικασία· είναι μέρος της δημοκρατικής της νομιμοποίησης. Γι’ αυτό και η συζήτηση για το πότε, πώς και με ποιες πλειοψηφίες προχωρά η αναθεώρηση δεν είναι διαδικαστική λεπτομέρεια. Είναι ουσία.
Σε αυτό το σημείο χρειάζεται προσοχή. Η επίκληση της ανάγκης συναίνεσης δεν πρέπει να γίνει πρόσχημα ακινησίας. Η χώρα δεν μπορεί να αναβάλλει διαρκώς δύσκολες θεσμικές αποφάσεις επειδή το πολιτικό κλίμα είναι οξυμένο. Ταυτόχρονα, όμως, η επίκληση της ανάγκης αλλαγών δεν πρέπει να γίνει πρόσχημα βιασύνης. Το Σύνταγμα δεν αλλάζει με τη λογική ενός συνηθισμένου νομοσχεδίου. Απαιτεί χρόνο, διαβούλευση, τεκμηρίωση και αίσθηση ευθύνης απέναντι στις επόμενες γενιές.
Το περιεχόμενο των αλλαγών πρέπει να κριθεί με αυστηρά κριτήρια. Κάθε αναθεωρητική πρόταση πρέπει να απαντά σε ένα σαφές πρόβλημα. Να εξηγεί ποια αδυναμία θεραπεύει. Να δείχνει πώς ενισχύει τη Δημοκρατία, τη λογοδοσία, την ανεξαρτησία των θεσμών και την προστασία των πολιτών. Αν μια πρόταση ενισχύει τη διαφάνεια, αξίζει συζήτηση. Αν βελτιώνει τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, αξίζει σοβαρή επεξεργασία. Αν θωρακίζει τις ανεξάρτητες αρχές, την ενημέρωση, τη δημόσια διοίκηση και τα κοινωνικά δικαιώματα, πρέπει να αξιολογηθεί χωρίς κομματικά φίλτρα.
Αντίθετα, προτάσεις που μένουν σε γενικόλογες διακηρύξεις, που δεν έχουν πρακτικό αποτέλεσμα ή που αφήνουν χώρο για μεγαλύτερη συγκέντρωση εξουσίας πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη. Το Σύνταγμα δεν πρέπει να γίνεται κατάλογος ευχών. Ούτε πρέπει να μετατρέπεται σε πεδίο όπου η εκάστοτε πλειοψηφία επιχειρεί να κατοχυρώσει πολιτικές προτιμήσεις με συνταγματικό κύρος. Η αντοχή ενός Συντάγματος κρίνεται από το αν προστατεύει και όταν αλλάζουν οι κυβερνήσεις, οι συσχετισμοί και οι διαθέσεις της κοινής γνώμης.
Η ευθύνη της κυβέρνησης είναι να αποδείξει ότι δεν αντιμετωπίζει την αναθεώρηση ως πολιτικό εργαλείο της συγκυρίας. Αυτό σημαίνει ανοιχτή διαδικασία, επαρκή χρόνο, ουσιαστική διαβούλευση, σεβασμό στις αντίθετες απόψεις και πραγματική αναζήτηση συναινέσεων. Η θεσμική πρωτοβουλία δεν αρκεί να είναι νόμιμη. Πρέπει να πείθει ότι είναι και αξιόπιστη.
Η ευθύνη της αντιπολίτευσης είναι εξίσου σοβαρή. Η καχυποψία απέναντι στον χρόνο και τον τρόπο της διαδικασίας μπορεί να έχει βάση, αλλά δεν αρκεί. Τα κόμματα που διαφωνούν οφείλουν να παρουσιάσουν καθαρές προτάσεις: για την ευθύνη υπουργών, τη Δικαιοσύνη, τις ανεξάρτητες αρχές, την ποιότητα της νομοθέτησης, τα κοινωνικά δικαιώματα, το περιβάλλον, την ψηφιακή εποχή. Η συνταγματική αναθεώρηση δεν μπορεί να γίνει μόνο με καταγγελίες. Χρειάζεται εναλλακτικό θεσμικό σχέδιο.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό διακύβευμα. Η χώρα δεν έχει ανάγκη από μια αναθεώρηση που θα επιβεβαιώσει τη δυσπιστία των πολιτών προς το πολιτικό σύστημα. Έχει ανάγκη από μια διαδικασία που θα αποκαταστήσει μέρος αυτής της εμπιστοσύνης. Οι πολίτες δεν περιμένουν από τα κόμματα να συμφωνήσουν σε όλα. Περιμένουν, όμως, να συμφωνήσουν ότι το Σύνταγμα δεν ανήκει σε κανέναν κομματικό σχεδιασμό. Ανήκει στη Δημοκρατία.
Γι’ αυτό η αναθεώρηση πρέπει να κινηθεί με δύο αρχές. Πρώτον, να διαχωριστούν οι πραγματικά αναγκαίες συνταγματικές αλλαγές από τις επικοινωνιακές ή συγκυριακές προτάσεις. Δεύτερον, να διασφαλιστεί ότι η διαδικασία δεν θα εγκλωβιστεί στα προεκλογικά παιχνίδια. Μπορεί να υπάρχει πολιτική αντιπαράθεση· είναι φυσικό και δημοκρατικό. Δεν μπορεί, όμως, η κορυφαία θεσμική διαδικασία να υποτάσσεται στη λογική της επόμενης κάλπης.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα Σύνταγμα πιο ανθεκτικό απέναντι στην αυθαιρεσία, πιο σύγχρονο απέναντι στις νέες προκλήσεις και πιο αποτελεσματικό στην προστασία των δικαιωμάτων. Χρειάζεται θεσμούς που να λειτουργούν, όχι απλώς να περιγράφονται. Χρειάζεται κανόνες που να δεσμεύουν την εξουσία, όχι να τη διευκολύνουν. Χρειάζεται αλλαγές που να ενώνουν την κοινωνία γύρω από ένα ελάχιστο θεσμικό κεκτημένο.
Η συνταγματική αναθεώρηση μπορεί να γίνει ευκαιρία θεσμικής ωρίμανσης. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να προστατευθεί και από την κυβερνητική βιασύνη και από την αντιπολιτευτική ευκολία. Η κυβέρνηση οφείλει να εγγυηθεί χρόνο, διαφάνεια και πραγματική διάθεση συναίνεσης. Η αντιπολίτευση οφείλει να απαντήσει με προτάσεις και όχι μόνο με άρνηση.
Το Σύνταγμα δεν γράφεται για την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Γράφεται για την επόμενη γενιά. Και αυτή ακριβώς η επίγνωση πρέπει να καθοδηγήσει όλους.























