Του Γιώργου Ηλιόπουλου
Σε ασφυκτικό χρηματοδοτικό περιβάλλον καλούνται να λειτουργήσουν οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν τραπεζικό δανεισμό, στηρίζονται κυρίως στα ίδια κεφάλαιά τους και αδυνατούν να προχωρήσουν στις επενδύσεις που απαιτούνται για τον εκσυγχρονισμό τους. Την ίδια στιγμή, τα αυξημένα λειτουργικά κόστη, από την ενέργεια και τα καύσιμα έως τις πρώτες ύλες, σε συνδυασμό με τις συσσωρευμένες ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις, επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο τη θέση τους.
Να σημειωθεί ότι η εικόνα της άνισης πρόσβασης στη χρηματοδότηση καταγράφεται και στην αξιολόγηση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, τον Μάιο του 2026. Σύμφωνα με την έκθεση, η ανάκαμψη της τραπεζικής πίστης στηρίζεται κυρίως στις χρηματοδοτήσεις μεγάλων επιχειρήσεων, ενώ η δανειοδότηση των μικρομεσαίων παραμένει περιορισμένη. Το Ταμείο επισημαίνει παράλληλα ότι η συγκέντρωση μεγάλων πιστωτικών ανοιγμάτων σε περιορισμένο αριθμό επιχειρήσεων αποτελεί παράγοντα κινδύνου που απαιτεί παρακολούθηση.

Το πρόβλημα της πρόσβασης στη χρηματοδότηση αναδεικνύει, μιλώντας στον «Σύμβουλο Επιχειρήσεων», ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, επισημαίνοντας ότι η μεγάλη πλειονότητα των μικρών επιχειρήσεων δεν πληροί τα τραπεζικά κριτήρια για τη χορήγηση δανείων. Όπως εξηγεί, η κατάσταση αυτή στερεί από την αγορά πολύτιμους πόρους, περιορίζει τη δυνατότητα πραγματοποίησης επενδύσεων και δημιουργεί συνθήκες άνισης συμμετοχής στην αναπτυξιακή πορεία της οικονομίας.
«Το βασικότερο είναι ότι δεν έχουν το αξιόχρεο με τα τραπεζικά κριτήρια οι περισσότερες των επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Ένωσης Τραπεζών, μόλις 65 με 70.000 είναι αξιόχρεες σε ένα σύνολο πάνω από 900.000. Αυτό σημαίνει στην πράξη ότι οι επιχειρήσεις στερούνται ρευστότητας και κεφαλαίων. Μιλάμε για ψηφιακή μετάβαση και πράσινη οικονομία χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα αυτή στην πράξη. Από έρευνες του Ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ προκύπτει ότι ενώ το 50% των επιχειρήσεων έχει κάνει επενδύσεις για πράσινη μετάβαση και ψηφιακή αξιοποίηση, το ύψος των επενδύσεων είναι της τάξεως των 5.000 και αυτό γιατί είναι εξ ιδίων πόρων», σημειώνει ο κ. Καββαθάς.
Η περιορισμένη πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων.
Η εικόνα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία ο ψηφιακός μετασχηματισμός και η πράσινη μετάβαση αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας. Η αναβάθμιση του εξοπλισμού, η αξιοποίηση ψηφιακών εφαρμογών, η εξοικονόμηση ενέργειας και η προσαρμογή σε νέα επιχειρηματικά δεδομένα απαιτούν κεφάλαια, τα οποία δεν είναι αυτονόητο ότι διαθέτουν οι μικρές επιχειρήσεις.
Επενδύσεις με περιορισμένους πόρους
Ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ επισημαίνει ότι μόνο «μια στις τέσσερις επιχειρήσεις προχωράει σε τέτοιου είδους επενδύσεις».
Όπως εξηγεί, το ποσοστό παραμένει χαμηλό επειδή δεν υπάρχει η απαιτούμενη οικονομική δυνατότητα. Ακόμη και όταν οι επιχειρήσεις προχωρούν σε κινήσεις εκσυγχρονισμού, αυτές είναι συνήθως περιορισμένης κλίμακας, καθώς χρηματοδοτούνται από τους διαθέσιμους ίδιους πόρους και όχι από εξωτερική χρηματοδότηση.
Παράλληλα, η προσαρμογή στις νέες ψηφιακές απαιτήσεις συνεπάγεται πρόσθετες δαπάνες. Η εγκατάσταση και λειτουργία νέων συστημάτων, η προσαρμογή των επιχειρήσεων στις ηλεκτρονικές διαδικασίες και η κάλυψη των σχετικών τεχνικών αναγκών επιβαρύνουν τους προϋπολογισμούς τους.
«Η βίαιη ψηφιοποίηση που έχει να κάνει με συστήματα που επέβαλε η πολιτεία, για παράδειγμα το myDATA, την ψηφιακή κάρτα, και αυτό σημαίνει κόστη», εξηγεί ο κ. Καββαθάς.
Γιατί οι τράπεζες προτιμούν τα μεγάλα δάνεια

Ο κ. Καββαθάς αποδίδει τον αποκλεισμό σημαντικού μέρους της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας από τη χρηματοδότηση και στη στάση των τραπεζών, οι οποίες, όπως υποστηρίζει, αποφεύγουν να αναλάβουν μεγαλύτερο πιστωτικό κίνδυνο για μικρότερες επιχειρήσεις.
«Οι τράπεζες έχουν κλείσει τη στρόφιγγα στη μικρομεσαία επιχείρηση γιατί δεν παίρνουν ρίσκο», αναφέρει χαρακτηριστικά. Όπως προσθέτει, η τραπεζική πρακτική ευνοεί συχνά τις μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις έναντι των μικρότερων δανείων που χρειάζονται οι μικρές επιχειρήσεις.
«Προτιμούν να δώσουν ένα δάνειο υψηλό από το να δώσουν πολλά μικρά. Είναι παράλογο γιατί θα έπρεπε να υπάρχει διασπορά. Εάν υπήρχε μια διαφορετική αντιμετώπιση στην επιχειρηματικότητα, θα ήταν διαφορετικοί οι δείκτες ανάπτυξης», αναφέρει ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η αναπτυξιακή εικόνα της ελληνικής οικονομίας δεν αποτυπώνει απαραίτητα την κατάσταση που αντιμετωπίζει το σύνολο της επιχειρηματικότητας. Παρότι ο ρυθμός ανάπτυξης χαρακτηρίζεται ικανοποιητικός, τα οφέλη δεν διαχέονται ομοιόμορφα, καθώς σημαντικό μέρος της δραστηριότητας και των επενδύσεων αφορά τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις.
Η πρόταση για αναπτυξιακή τραπεζική
Στο πλαίσιο αυτό, ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ θέτει το ζήτημα της αξιοποίησης της διαθέσιμης ρευστότητας του τραπεζικού συστήματος και της δημιουργίας ενός χρηματοδοτικού μηχανισμού με σαφή αναπτυξιακό προσανατολισμό.
«Οι καταθέσεις που έχουν οι τράπεζες είναι στα 160 δισ. ευρώ και δεν είναι θέμα ρευστότητας και η πιστωτική επέκταση είναι στα 50 δισ. Υπάρχει χρήμα που λιμνάζει στα ταμεία των τραπεζών. Άρα, για αυτό χρειάζεται μια τράπεζα ειδικού σκοπού και μετεξέλιξη σε πραγματική τράπεζα της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας», αναφέρει ο κ. Καββαθάς.
Η πρόταση συνδέεται με την ανάγκη δημιουργίας χρηματοδοτικών εργαλείων που θα ανταποκρίνονται στις πραγματικές δυνατότητες και ανάγκες των μικρών επιχειρήσεων. Το κυριότερο ότι θα βγάλει αρκετούς επιχειρηματίες από τον πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας.
Αυξημένα κόστη και ληξιπρόθεσμες οφειλές
Οι προοπτικές για τις μικρές επιχειρήσεις παραμένουν δύσκολες, καθώς η περιορισμένη χρηματοδότηση συνδυάζεται με τις πιέσεις στο λειτουργικό κόστος και τις υποχρεώσεις που συσσωρεύονται. Η αδυναμία δημιουργίας επαρκούς αποθέματος ρευστότητας καθιστά δυσκολότερη την κάλυψη των καθημερινών αναγκών, αλλά και την αντιμετώπιση έκτακτων επιβαρύνσεων.
«Τα πράγματα είναι δύσκολα. Χωρίς κεφάλαια, ρευστότητα και επενδύσεις θα μείνεις πίσω. Και όλα αυτά σε συνδυασμό με τα αυξημένα λειτουργικά κόστη, όπως καύσιμα και ενέργεια και πρώτες ύλες. Θα αντιμετωπίσουν οι επιχειρήσεις έντονα προβλήματα και μεγάλος βραχνάς είναι οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις», καταλήγει ο κ. Καββαθάς.
Φοίβος Καρακίτσος: «Δημιουργείται ανταγωνισμός με άνισους όρους σε βάρος της ανάπτυξης»

Η πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό εξελίσσεται σε ένα από τα σημαντικότερα εμπόδια για την ανάπτυξη των μικρών επιχειρήσεων, καθώς η ανάγκη για ρευστότητα δεν συνοδεύεται πάντα από την αντίστοιχη χρηματοδοτική στήριξη. Το παράδοξο είναι ότι οι επιχειρήσεις που χρειάζονται κεφάλαια για να αναπτυχθούν συχνά δυσκολεύονται να τα εξασφαλίσουν, την ώρα που οι μεγαλύτερες εταιρείες διαθέτουν περισσότερα εργαλεία για επενδύσεις και εκσυγχρονισμό. Την εικόνα αυτή μεταφέρει στον «Σύμβουλο Επιχειρήσεων» ο οικονομικός επόπτης του Επιμελητηρίου Αχαΐας, Φοίβος Καρακίτσος, κάνοντας λόγο για ένα μοντέλο χρηματοδότησης που διευρύνει τις ανισότητες στην αγορά και αφήνει πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις πίσω.
Όπως εξηγεί, οι τράπεζες εμφανίζονται περισσότερο πρόθυμες να χορηγήσουν δάνεια σε επιχειρήσεις που ήδη παρουσιάζουν ισχυρές οικονομικές επιδόσεις, ενώ συχνά δεν ανταποκρίνονται όταν οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν πραγματικές ανάγκες ρευστότητας.
«Η αλήθεια είναι ότι οι τράπεζες δίνουν δάνεια όταν δεν τα χρειάζεσαι. Όταν μια επιχείρηση είναι κερδοφόρα και τα στοιχεία της είναι υπεραποδοτικά, η τράπεζα προστρέχει να πει ότι δανειοδοτεί. Σε περιπτώσεις που υπάρχουν ανάγκες, δυστυχώς οι τράπεζες δεν ανταποκρίνονται στο αίτημα», σημειώνει.
Ο ίδιος υπογραμμίζει ότι η έλλειψη ρευστότητας δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη κακής κερδοφορίας ή μειωμένου κύκλου εργασιών. Αντίθετα, μπορεί να προκύψει ακόμη και σε επιχειρήσεις που αναπτύσσονται, καθώς η αύξηση του τζίρου συχνά συνεπάγεται μεγαλύτερες ανάγκες χρηματοδότησης για την κάλυψη των συναλλαγών και των πιστώσεων προς την αγορά.
«Όταν αυξάνεται ο τζίρος και θέλεις να αυξήσεις τις πιστώσεις σου στην αγορά, έχεις μεγαλύτερη ανάγκη ρευστότητας. Εκεί, όμως, οι τράπεζες μένουν μόνο στα οικονομικά στοιχεία. Δεν βλέπουν την προοπτική μιας εταιρείας και δεν επενδύουν σε νέες ιδέες. Είναι ένα σημαντικό ζήτημα», τονίζει ο κ. Καρακίτσος, επισημαίνοντας ότι το αποτέλεσμα είναι πολλές μικρές επιχειρήσεις να παραμένουν αποκλεισμένες από τον τραπεζικό δανεισμό.
Ανταγωνισμός δύο ταχυτήτων

Σύμφωνα με τον οικονομικό επόπτη του Επιμελητηρίου Αχαΐας, η συγκεκριμένη κατάσταση δημιουργεί συνθήκες ανισορροπίας στην αγορά και εντείνει τις ανισότητες μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων. Οι μεγαλύτερες εταιρείες διαθέτουν συνήθως περισσότερες δυνατότητες πρόσβασης σε κεφάλαια, γεγονός που τους επιτρέπει να επενδύουν σε σύγχρονα πληροφοριακά συστήματα, να αναβαθμίζουν τις υποδομές τους και να ενισχύουν τη λειτουργία τους.
«Όλη αυτή η εικόνα δημιουργεί ανισορροπία και αθέμιτο ανταγωνισμό, γιατί δεν μπορεί κάποιος μικρός να επενδύσει στον εκσυγχρονισμό της επιχείρησής του, κάτι που μπορεί να κάνει όμως μια μεγάλη εταιρεία. Οι ανταγωνιστές σε ξεπερνούν σε όλα αυτά τα πληροφοριακά συστήματα που είναι απαραίτητα, αλλά και σε γενικότερη υποστήριξη ρευστότητας», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι δυσκολίες αυτές, όπως επισημαίνει, δεν περιορίζονται στην κάλυψη των καθημερινών λειτουργικών αναγκών. Επηρεάζουν άμεσα τη δυνατότητα των μικρών επιχειρήσεων να διατηρήσουν τη θέση τους σε μια ολοένα πιο ανταγωνιστική αγορά.
Τα κεφάλαια και η πραγματική οικονομία

Ο κ. Καρακίτσος ασκεί κριτική και στον τρόπο με τον οποίο αξιοποιούνται τα κεφάλαια του τραπεζικού συστήματος, υποστηρίζοντας ότι τα υψηλά κέρδη των τραπεζών δεν μεταφράζονται σε αντίστοιχη ενίσχυση της επιχειρηματικότητας. Παράλληλα, θέτει ζήτημα για την αποτελεσματικότητα της κρατικής πολιτικής ως προς την επιστροφή των φορολογικών εσόδων στην κοινωνία και την παραγωγική οικονομία.
«Οι φόροι μας δεν επιστρέφουν σωστά στην κοινωνία, ούτε επενδυτικά ούτε από άποψη βελτίωσης της ποιότητας ζωής. Αυτό είναι λάθος για τις τράπεζες, αλλά και διαχρονικά για όλες τις κυβερνήσεις. Δεν γυρίζουν τα χρήματα στην πραγματική οικονομία και αυτό είναι πρόβλημα», καταλήγει ο οικονομικός επόπτης του Επιμελητηρίου Αχαΐας.
Εύη Βεργοπούλου: «Οι μικρές επιχειρήσεις έχουν στεγνώσει»

Η αντιπρόεδρος του Οικονομικού Επιμελητηρίου Δυτικής Ελλάδος Εύη Βεργοπούλου, με παρέμβασή της αποκλειστικά για τον «Σ.Ε.», τονίζει: «Τα στοιχεία του Ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ αναδεικνύουν την απόσταση ανάμεσα στη συνολική εικόνα της ανάπτυξης και στην καθημερινότητα των μικρών επιχειρήσεων, που είναι ο βασικός πυλώνας όχι μόνο της οικονομίας αλλά και της κοινωνικής συνοχής. Όταν η συντριπτική πλειονότητα των μικρών αλλά και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, ειδικά της περιφέρειας, είναι ουσιαστικά αποκλεισμένες από την τραπεζική χρηματοδότηση, διαμορφώνεται ένα επιχειρείν δύο ταχυτήτων: από τη μία οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις που απορροφούν το 66% των τραπεζικών δανείων σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και από την άλλη οι μικρές επιχειρήσεις που δεν μπορούν να βελτιώσουν τη ρευστότητά τους για να λύσουν τα προβλήματά τους.
Από τη στιγμή που ο τραπεζικός δανεισμός μετατρέπεται σε ένα προνόμιο αποκλειστικά για τις μεγάλες επιχειρήσεις, υπονομεύεται η ισόρροπη ανάπτυξη και δημιουργείται κίνδυνος συγκέντρωσης και συσχέτισης, δηλαδή να κλυδωνιστεί εκ νέου το -τρεις φορές ανακεφαλαιοποιημένο – ελληνικό τραπεζικό σύστημα από τον υπερδανεισμό των λίγων και μεγάλων.
Στη Δυτική Ελλάδα η εικόνα είναι πολύ δύσκολη για τις μικρές επιχειρήσεις. Οι απαιτούμενες εξασφαλίσεις, το επιτόκιο και γενικότερα τα αυστηρά κριτήρια που βάζουν οι τράπεζες, καθιστούν πρακτικά ανέφικτο τον τραπεζικό τους δανεισμό.
Οι επιχειρήσεις έχουν περιορισμένη έως ανύπαρκτη ρευστότητα. Κοινώς έχουν «στεγνώσει» σε μια εποχή που η ακριβή ενέργεια εκτοξεύει το λειτουργικό κόστος και δεν αφήνει το παραμικρό περιθώριο για επενδύσεις στον ψηφιακό εκσυγχρονισμό και την τεχνολογική αναβάθμιση.
Η πολιτική αυτή όμως δεν προέκυψε ως φυσικό φαινόμενο, αλλά ως αποτέλεσμα της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής των αποκαλούμενων «trickle-down economics», δηλαδή της αντίληψης ότι η συγκέντρωση υπερβολικού πλούτου στην κορυφή της επιχειρηματικής πυραμίδας θα οδηγήσει στη διάχυση προς τα κάτω. Στην πράξη όμως οι μικρές επιχειρήσεις, περιμένοντας να «στάξει» λίγος πλούτος, μένουν στο αναπτυξιακό περιθώριο.
Εκτιμώ ότι θα πρέπει να αναθεωρηθεί αυτή η πολιτική στην κατεύθυνση της στήριξης της μικρής επιχειρηματικότητας, μέσα από προσιτές μικροχρηματοδοτήσεις για κεφάλαιο κίνησης, με προτεραιότητα στις βιώσιμες επιχειρήσεις που παραμένουν εκτός τραπεζικού δανεισμού. Επιπροσθέτως, θα πρότεινα να διατεθούν περισσότεροι πόροι με δεσμευμένο μερίδιο για επιχειρήσεις χωρίς προηγούμενη τραπεζική χρηματοδότηση, ώστε να διευρύνεται πραγματικά ο αριθμός των δικαιούχων, η αξιολόγηση να γίνεται βάσει πραγματικών ταμειακών ροών και δυνατότητας αποπληρωμής, με απλό φάκελο και περιορισμό των απαιτούμενων προσωπικών εγγυήσεων και να υπάρχει διαφανές ανώτατο συνολικό κόστος δανεισμού, μαζί με τις προμήθειες, και δόσεις προσαρμοσμένες στην εποχικότητα της επιχείρησης.
Η επιτυχία της οικονομικής πολιτικής δεν κρίνεται μόνο από τον ρυθμό ανάπτυξης αλλά κυρλιως από το πόσοι μπορούν να συμμετέχουν στην ανάπτυξη, να επενδύουν και να δημιουργούν σταθερές θέσεις εργασίας στον τόπο τους».






















