Σε τροχιά ανόδου παραμένει το ιδιωτικό χρέος στην Ελλάδα, το οποίο ανήλθε στα 407,6 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2025, σύμφωνα με το πρώτο Τριμηνιαίο Δελτίο για το Ιδιωτικό Χρέος που δημοσίευσε το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) σε συνεργασία με την CEPAL. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται τόσο στην ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης όσο και στη συνεχιζόμενη συσσώρευση οφειλών προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, αποτυπώνοντας τις επίμονες αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Η έκθεση επιχειρεί μια συνολική αποτίμηση του οικονομικού περιβάλλοντος, συνδέοντας την πορεία του ιδιωτικού χρέους με βασικούς μακροοικονομικούς δείκτες, τις εξελίξεις στην αγορά εργασίας, τις δημοσιονομικές επιδόσεις και, κυρίως, τη δυναμική της αγοράς ακινήτων. Σε διεθνές επίπεδο, το 2025 χαρακτηρίστηκε από ανθεκτικότητα της οικονομικής δραστηριότητας, ωστόσο οι αρχές του 2026 συνοδεύτηκαν από αυξημένη αβεβαιότητα λόγω γεωπολιτικών εντάσεων. Στο εσωτερικό, η ελληνική οικονομία συνέχισε να συγκλίνει με τη ζώνη του ευρώ, με βασικούς μοχλούς τις επενδύσεις και τις εξαγωγές, χωρίς όμως να εκλείπουν σημαντικές προκλήσεις. Μεταξύ αυτών ξεχωρίζουν οι πληθωριστικές πιέσεις, οι εξωτερικές ανισορροπίες, αλλά και η επιδείνωση της προσιτότητας στέγασης, η οποία συνδέεται άμεσα με την ανοδική πορεία των τιμών ακινήτων τα τελευταία χρόνια. Η αγορά ακινήτων έχει ανακάμψει σταδιακά μετά την κρίση, με την οικοδομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις να ενισχύονται, αν και το 2025 καταγράφηκαν ενδείξεις επιβράδυνσης. Οι τιμές κατοικιών αυξάνονται έντονα ήδη από το 2017, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, γεγονός που καθιστά την απόκτηση στέγης ολοένα και πιο δύσκολη για τα νοικοκυριά. Την ίδια στιγμή, η στεγαστική πίστη παρουσιάζει ήπια ανάκαμψη, αλλά παραμένει περιορισμένη, ενώ οι πλειστηριασμοί συνεχίζονται, συμβάλλοντας στη διαχείριση των προβληματικών χαρτοφυλακίων. Η επιβάρυνση των νοικοκυριών αποτυπώνεται και στη δομή του ιδιωτικού χρέους. Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ανέρχονται σε 235,6 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 58% του συνόλου, με περίπου το 70% να αφορά υποχρεώσεις προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Παράλληλα, το συνολικό τραπεζικό χρέος διαμορφώθηκε στα 245 δισ. ευρώ, αντιστοιχώντας σχεδόν στο σύνολο του ΑΕΠ (98,6%), με τα επιχειρηματικά δάνεια να κατέχουν το μεγαλύτερο μερίδιο. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, στο 30% των συνολικών δανείων (73,9 δισ. ευρώ), αν και το μεγαλύτερο μέρος τους έχει μεταφερθεί σε εταιρείες διαχείρισης. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η ανάλυση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα για την περίοδο 2016–2025. Όπως επισημαίνεται, η αύξηση του μέσου μισθού υπολείπεται της αντίστοιχης αύξησης του κατώτατου μισθού, με την απόκλιση να είναι πιο έντονη στις μικρότερες επιχειρήσεις και στον τομέα των υπηρεσιών. Το γεγονός αυτό περιορίζει την αγοραστική δύναμη μεγάλου μέρους των εργαζομένων, εντείνοντας τις πιέσεις που προκύπτουν από το υψηλό κόστος στέγασης και τη συνολική επιβάρυνση από το χρέος. Συνολικά, τα ευρήματα της έκθεσης αναδεικνύουν ότι, παρά τη βελτίωση βασικών μακροοικονομικών μεγεθών, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις. Η αύξηση του ιδιωτικού χρέους, σε συνδυασμό με την άνοδο των τιμών ακινήτων και τη συγκρατημένη εξέλιξη των μισθών, δημιουργεί ένα σύνθετο περιβάλλον για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Για περιφερειακές οικονομίες όπως αυτή της Πάτρας, οι εξελίξεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, καθώς επηρεάζουν άμεσα τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, τη δυνατότητα πρόσβασης σε κατοικία και τελικά τη συνολική αναπτυξιακή δυναμική της περιοχής. Η ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές παρεμβάσεις, τόσο στο πεδίο της διαχείρισης του χρέους όσο και στην ενίσχυση του εισοδήματος και της προσφοράς κατοικίας, καθίσταται πλέον πιο επιτακτική από ποτέ. ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ IOVE CEPAL















