Τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, το βασικό αίτημα της κοινωνίας παραμένει αμετάβλητο, σχεδόν πεισματικά ίδιο: Δικαιοσύνη. Όχι ως τελετουργική αναφορά στη μνήμη των 57 ανθρώπων που χάθηκαν το βράδυ της 28ης Φεβρουαρίου 2023, αλλά ως ζωντανή και ενεργή απαίτηση για λογοδοσία. Γιατί εκείνο το βράδυ δεν συγκρούστηκαν μόνο δύο τρένα. Συγκρούστηκαν η πραγματικότητα με την ψευδαίσθηση ενός κράτους που λειτουργεί όπως οφείλει. Οι μεγάλες συγκεντρώσεις του περασμένου έτους, στην Πάτρα και σε ολόκληρη τη χώρα, κατέγραψαν μια σπάνια στιγμή κοινωνικής διαύγειας. Χιλιάδες πολίτες, κυρίως νέοι άνθρωποι, βγήκαν στους δρόμους όχι για να εκτονώσουν απλώς τη θλίψη και την οργή τους, αλλά για να υπερασπιστούν κάτι βαθύτερο: την ίδια την έννοια της θεσμικής εμπιστοσύνης. Γιατί χωρίς εμπιστοσύνη, οι θεσμοί δεν λειτουργούν ως εγγυήσεις. Λειτουργούν ως σχήματα χωρίς περιεχόμενο. Σήμερα, τρία χρόνια μετά, το περιβάλλον είναι διαφορετικό. Η αναμονή της δίκης στη Λάρισα δεν συνοδεύεται από την αίσθηση βεβαιότητας που θα όφειλε να υπάρχει σε ένα κράτος δικαίου. Αντίθετα, συνοδεύεται από επιφυλάξεις, από δυσπιστία, από τη διάχυτη ανησυχία ότι η πλήρης αλήθεια παραμένει ακόμη σε εκκρεμότητα. Οι δημόσιες τοποθετήσεις των οικογενειών των θυμάτων δεν εκφράζουν μόνο προσωπικό πόνο. Εκφράζουν ένα βαθύτερο, θεσμικό ρήγμα. Σε αυτό το ήδη φορτισμένο περιβάλλον, η παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού και η σταδιακή πολιτική φόρτιση του δημόσιου λόγου της, προσθέτουν ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας. Η ευρεία κοινωνική αποδοχή που καταγράφεται σε μερίδα της κοινής γνώμης, συνυπάρχει με την αμηχανία, την επιφύλαξη και σε ορισμένες περιπτώσεις την ανοιχτή πολιτική αντιπαράθεση. Όμως το ίδιο το φαινόμενο είναι ενδεικτικό μιας βαθύτερης πραγματικότητας: όταν η κοινωνία αναζητά πολιτική εκπροσώπηση μέσα από πρόσωπα που αναδείχθηκαν μέσα από μια τραγωδία, αυτό αντανακλά πρωτίστως το έλλειμμα εμπιστοσύνης προς το υπάρχον σύστημα εκπροσώπησης. Την ίδια στιγμή, η σταδιακή μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης και η εμφανής κόπωση ενός μέρους της κοινής γνώμης δημιουργούν την εντύπωση ότι η τραγωδία κινδυνεύει να ενταχθεί στον γνώριμο κύκλο της λήθης. Όχι επειδή η κοινωνία ξέχασε, αλλά επειδή το περιβάλλον διαμορφώνεται έτσι ώστε η μνήμη να απομακρύνεται από το επίκεντρο της καθημερινότητας. Η διαμόρφωση της δημόσιας ατζέντας δεν είναι ποτέ ουδέτερη διαδικασία. Και όταν η Δικαιοσύνη καθυστερεί, ο χρόνος δεν λειτουργεί καθησυχαστικά. Λειτουργεί διαβρωτικά. Οι συγκεντρώσεις της φετινής επετείου, στην Πάτρα και σε όλη την Ελλάδα, αποκτούν έτσι έναν χαρακτήρα που υπερβαίνει τη μνήμη. Αποτελούν ένα άτυπο δημοκρατικό βαρόμετρο. Όχι μόνο για το πόσοι θα βρεθούν στους δρόμους, αλλά για το αν η κοινωνία εξακολουθεί να πιστεύει ότι η επιμονή έχει νόημα. Γιατί στο τέλος, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι μόνο η απόδοση ευθυνών για μια τραγωδία, όσο μεγάλη και αν είναι. Είναι κάτι ευρύτερο και πιο θεμελιώδες: αν οι πολίτες εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ζουν σε ένα κράτος που μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη. Και αυτή είναι, ίσως, η πιο κρίσιμη δοκιμασία για κάθε δημοκρατία. Ίσως, μέσα σε αυτό το περιβάλλον δυσπιστίας, η χθεσινή δικαστική εξέλιξη να υπενθύμισε κάτι κρίσιμο: ότι η Δικαιοσύνη μπορεί ακόμη να λειτουργεί. Η απόφαση του Β’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την υπόθεση των υποκλοπών, και κυρίως η διαβίβαση των πρακτικών για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών ποινικών ευθυνών, υπερβαίνει τα όρια μιας μεμονωμένης υπόθεσης. Αγγίζει την ίδια την ουσία της θεσμικής λογοδοσίας. Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη των πολιτών δοκιμάζεται, τέτοιες αποφάσεις αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όχι γιατί λύνουν από μόνες τους το πρόβλημα, αλλά γιατί υπενθυμίζουν ότι η απονομή Δικαιοσύνης παραμένει ανοιχτή διαδικασία.














