Η ελληνική αγορά εργασίας συνεχίζει να εμφανίζει σημάδια σταθεροποίησης, με την ανεργία να καταγράφει σημαντική μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Ωστόσο, τα τελευταία στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) δείχνουν ότι οι περιφερειακές ανισότητες παραμένουν έντονες, με τη Δυτική Ελλάδα να εξακολουθεί να αντιμετωπίζει υψηλότερα ποσοστά ανεργίας σε σχέση με τον εθνικό μέσο όρο. Σύμφωνα με τα στοιχεία για το Δ΄ τρίμηνο του 2025, το ποσοστό ανεργίας στη χώρα διαμορφώθηκε στο 8,3%, μειωμένο σε σχέση με το 9,5% που είχε καταγραφεί το αντίστοιχο τρίμηνο του 2024. Ο συνολικός αριθμός των απασχολουμένων ανήλθε σε 4,35 εκατομμύρια άτομα, σημειώνοντας ετήσια αύξηση 1,7%, ενώ οι άνεργοι περιορίστηκαν σε περίπου 395 χιλιάδες. Παρά τη συνολική βελτίωση της εικόνας, η κατάσταση στις περιφέρειες της χώρας παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις. Η εικόνα στη Δυτική Ελλάδα Στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας το ποσοστό ανεργίας ανέρχεται στο 10,2%, σημαντικά υψηλότερο από τον εθνικό μέσο όρο. Στην περιοχή καταγράφονται περίπου 252 χιλιάδες απασχολούμενοι και 28,5 χιλιάδες άνεργοι, ενώ πάνω από 280 χιλιάδες πολίτες βρίσκονται εκτός εργατικού δυναμικού. Η επίδοση αυτή τοποθετεί τη Δυτική Ελλάδα ανάμεσα στις περιφέρειες με αυξημένα ποσοστά ανεργίας, αν και η κατάσταση παραμένει καλύτερη σε σχέση με περιοχές όπως η Δυτική Μακεδονία, όπου η ανεργία φτάνει το 15,1%, και η Κεντρική Μακεδονία με 11,8%. Αντίθετα, σημαντικά χαμηλότερα ποσοστά εμφανίζουν περιφέρειες με έντονη τουριστική δραστηριότητα, όπως τα Ιόνια Νησιά, όπου η ανεργία περιορίζεται στο 4,5%, καθώς και το Νότιο Αιγαίο με 5,2%. Οι διαφοροποιήσεις αυτές αντανακλούν τις διαφορετικές οικονομικές δομές των περιφερειών και την εξάρτηση πολλών τοπικών οικονομιών από συγκεκριμένους κλάδους δραστηριότητας. Η μεταβολή της δομής της απασχόλησης Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφουν μια σταδιακή μετατόπιση της απασχόλησης προς τον τομέα των υπηρεσιών. Οι μισθωτοί αποτελούν πλέον το 72,5% των εργαζομένων, ενώ σημαντικό παραμένει και το ποσοστό των αυτοαπασχολουμένων χωρίς προσωπικό, που ανέρχεται στο 17,4%. Οι κλάδοι με τη μεγαλύτερη απασχόληση είναι το εμπόριο, η μεταποίηση και οι υπηρεσίες τουρισμού και εστίασης, οι οποίοι συγκεντρώνουν μεγάλο μέρος των θέσεων εργασίας στη χώρα. Την ίδια στιγμή, ο πρωτογενής τομέας εμφανίζει σημαντική πτώση. Η απασχόληση στη γεωργία, τη δασοκομία και την αλιεία μειώθηκε κατά 16,9% σε ετήσια βάση, γεγονός που αντανακλά τη συνεχιζόμενη αποχώρηση εργατικού δυναμικού από τον αγροτικό τομέα. Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για περιοχές όπως η Δυτική Ελλάδα, όπου η αγροτική παραγωγή εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας. Το ζήτημα της μακροχρόνιας ανεργίας Παρά τη συνολική βελτίωση των δεικτών, η μακροχρόνια ανεργία παραμένει ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα της ελληνικής αγοράς εργασίας. Περίπου 58% των ανέργων αναζητούν εργασία για περισσότερο από ένα έτος, γεγονός που δυσκολεύει την επανένταξή τους στην αγορά εργασίας. Ταυτόχρονα, μόνο το 15,1% των ανέργων λαμβάνει επίδομα ανεργίας, ενώ η πλειονότητα είναι εγγεγραμμένη στη ΔΥΠΑ χωρίς να λαμβάνει οικονομική ενίσχυση. Προοπτικές και προκλήσεις για την περιφέρεια Η εξέλιξη των δεικτών δείχνει ότι, παρά τη γενική βελτίωση της οικονομικής δραστηριότητας, η Δυτική Ελλάδα εξακολουθεί να χρειάζεται στοχευμένες παρεμβάσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης. Η ενίσχυση της αγροδιατροφής, η ανάπτυξη του τουρισμού, αλλά και η προσέλκυση νέων επενδύσεων σε τομείς όπως η ενέργεια, η καινοτομία και οι μεταφορές θα μπορούσαν να δημιουργήσουν νέες θέσεις εργασίας στην περιοχή. Η αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και η σύνδεση της τοπικής οικονομίας με τα πανεπιστημιακά ιδρύματα της περιοχής αποτελούν επίσης κρίσιμους παράγοντες για τη βιώσιμη ανάπτυξη της απασχόλησης. ΔΕΙΤΕ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΗΝ ΕΡΕΥΝΑ ΤΗΣ ΕΛΣΤΑΤ.















