Του Θεόδωρου Ντρίνια* Όταν πριν από αρκετά χρόνια διάβασα το δοκίμιο του Αργύρη Εμμανουήλ, «Η άνιση ανταλλαγή. Δοκίμιο για τους ανταγωνισμούς στις διεθνείς οικονομικές σχέσεις» (εκδ. Παπαζήση, 1980 – εξαντλημένο πια), προσπάθησα να βρω περισσότερα στοιχεία για αυτόν τον άγνωστο σε μένα, πολιτογραφημένο Γάλλο, Έλληνα οικονομολόγο. Τα λίγα τότε διαθέσιμα στοιχεία ήταν αρκετά για να πληροφορηθώ ότι ο Εμμανουήλ είχε γεννηθεί στην Ελλάδα, και μάλιστα στην Πάτρα! Στην πορεία, συγκεντρώνοντας περισσότερες πληροφορίες για την προσωπική του διαδρομή, μου αποκαλύφθηκε μια ζωή κυριολεκτικά μυθιστορηματική, η ζωή ενός Πατρινού Οδυσσέα του 20ου αιώνα. Ο Αργύρης Εμμανουήλ, λοιπόν, γεννήθηκε στην Πάτρα το 1911 και πέθανε στο Παρίσι το 2001, σε ηλικία 90 ετών. Ήταν γιος του Χαράλαμπου Εμμανουήλ, εμπόρου των Πατρών, και της Αικατερίνης (Κατίνας) Μενούνου, κόρης γνωστής αστικής οικογένειας της πόλης. Σπούδασε στην Αθήνα, στην παλαιά ΑΣΟΕΕ, μεταξύ 1927 και 1932 και στη Νομική Σχολή μέχρι το 1934. Ξεκίνησε να δουλεύει σε εμπορικές επιχειρήσεις και φαίνεται ότι εκείνη την περίοδο ήρθε σε επαφή με τις μαρξιστικές ιδέες, αν και δεν έγινε μέλος του ΚΚΕ ή κάποιας άλλης οργάνωσης. Το 1937 πεθαίνει ο πατέρας του και, ως πρωτότοκος, αναλαμβάνει την οικονομική ευθύνη για την οικογένειά του. Μεταναστεύει στο Βελγικό Κογκό (αποικία τότε), όπου υπήρχαν συγγενείς του και εμπλέκεται κυρίως στο εμπόριο υφασμάτων και στις κατασκευές. Το 1942 κατατάσσεται ως εθελοντής στις Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις Μέσης Ανατολής, οι οποίες μάχονταν στο πλευρό των Συμμάχων και τον Απρίλιο του 1944 συμμετέχει ενεργά στο κίνημα ενάντια στην εξόριστη ελληνική κυβέρνηση. Συλλαμβάνεται από τους Άγγλους και καταδικάζεται από ελληνικό στρατοδικείο της Αλεξάνδρειας σε θάνατο. Παίρνει χάρη στα τέλη του 1945 και οδηγείται από τους Άγγλους σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Σουδάν. Στις αρχές του 1946 απελευθερώνεται και επιστρέφει στο Κογκό. Παράλληλα με τις εμπορικές δραστηριότητές του, αρχίζει να αρθρογραφεί σε τοπικές εφημερίδες και σχετίζεται με το αντι-αποικιακό απελευθερωτικό κίνημα του Πατρίς Λουμούμπα. Ήδη από τα κείμενα της δεκαετίας του 1940 είναι φανερή η προσχώρησή του στη σοσιαλιστική θεωρία. Το 1957 φεύγει εσπευσμένα από το Κογκό ύστερα από απειλές Βέλγων εποίκων και φτάνει στο Ναϊρόμπι και έπειτα στη Γαλλία, με ελάχιστα μόνο υπάρχοντα, ενώ συνεχίζει να συμβουλεύει με κείμενά του το κίνημα της εθνικής ανεξαρτησίας στο Κογκό σε οικονομικά και πολιτικά ζητήματα. Από το 1958 εγκαθίσταται προσωρινά στο Παρίσι. Ο Λουμούμπα, στη σύντομη θητεία του ως πρωθυπουργού του ανεξάρτητου Κογκό, του αποστέλλει επιστολή και του ζητάει να επιστρέψει όποτε θέλει, αφού προηγουμένως ο Εμμανουήλ είχε κηρυχθεί από το κράτος του Βελγίου πρόσωπο «επικίνδυνο για τη δημόσια τάξη». Η επιστροφή δεν έμελλε να πραγματοποιηθεί ποτέ, καθώς ο Λουμούμπα δολοφονείται τον Ιανουάριο του 1961. Παραμένει οριστικά στη Γαλλία μετά το 1960, όπου σπουδάζει Ιστορία της Τέχνης (1957-1960) στην ανώτατη Σχολή του Λούβρου (L’École du Louvre) και μόλις το 1961, σε ηλικία 50 ετών(!), εισάγεται στην École Pratique des Hautes Études για σπουδές πάνω στη σχεδιοποιημένη οικονομία, υπό τον, δύο μόνο χρόνια μεγαλύτερό του, πασίγνωστο μαρξιστή καθηγητή Σαρλ Μπετελέμ. Το 1968, σε ηλικία 57 ετών, λαμβάνει το διδακτορικό του από τη Σορβόννη. Την ίδια χρονιά ξεκινάει και την ακαδημαϊκή του καριέρα ως Αναπληρωτής Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού Ι. Στη συνέχεια γίνεται Πρόεδρος του Οικονομικού Τμήματος στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού VII και, τέλος, Πρόεδρος του Τμήματος Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων και του Ινστιτούτου Μελετών για την Κοινωνική Ανάπτυξη, πάλι στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού Ι, όπου και συνταξιοδοτείται το 1980, ενώ συνεχίζει το εκδοτικό του έργο μέχρι τουλάχιστον το 1988. Το 1961 παντρεύτηκε την Nicole Bingen (1941–1990) και απέκτησαν μια κόρη, την Κατερίνα Εμμανουήλ, η οποία φρόντισε για χρόνια το πολύτιμο αρχείο του μεγάλου Έλληνα οικονομολόγου και μέχρι σήμερα παίζει καθοριστικό ρόλο στη διατήρηση της μνήμης του πατέρα της. Το αρχείο, από το 2024, βρίσκεται στο Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας (IISG) στο Άμστερνταμ. Το 1969 εκδόθηκε στα γαλλικά, από τις εκδόσεις Maspero, το έργο ζωής του Εμμανουήλ, «Η άνιση ανταλλαγή». Ένα βιβλίο που στηρίχτηκε στη διδακτορική του διατριβή πάνω στο ζήτημα της «άδικης ανταλλαγής» μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών χωρών του πλανήτη, θέμα που τον απασχολούσε ήδη από το 1961. Το ρηξικέλευθο αυτό βιβλίο, θεμέλιο του ομώνυμου διακριτού θεωρητικού ρεύματος, αποτελεί για πολλούς το τελευταίο θεμελιώδες έργο της μαρξικής οικονομικής θεωρίας του 20ού αιώνα. Ο Εμμανουήλ θεωρεί ότι η εκμετάλλευση των χωρών του τότε λεγόμενου Τρίτου Κόσμου από τις χώρες του αναπτυγμένου κόσμου οφείλεται σε έναν δομικό μηχανισμό του διεθνούς εμπορίου, όπου η άνιση ανταλλαγή καθορίζεται από τις διαφοροποιήσεις στα ποσοστά υπεραξίας ως αποτέλεσμα των μισθολογικών αποκλίσεων μεταξύ των αναπτυγμένων χωρών και των λιγότερο αναπτυγμένων. Πιο απλά, οι υψηλοί μισθοί στις αναπτυγμένες χώρες «πληρώνονται» από τους μακράν χαμηλότερους μισθούς των εργαζομένων στις αναπτυσσόμενες χώρες. Η θεωρητική του συμβολή συνεχίστηκε με την έκδοση του δεύτερου μεγάλου έργου του, το 1974, «Το κέρδος και οι κρίσεις». Δεν χρειάζεται να επεκταθούμε στις θεωρητικές συνέπειες και την επιστημονική βάση της θεωρητικής συμβολής του Αργύρη Εμμανουήλ. Αυτό αφορά πιο αρμόδιους επιστημονικά από τον γράφοντα. Ούτε στις πολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας θεώρησης. Αρκεί να τονίσουμε ότι ο Εμμανουήλ προσπάθησε με άμεσο τρόπο να ανασκευάσει βασικές παραδοχές της νεοκλασικής οικονομικής θεωρίας, στην οποία στηρίζονται οι νεοφιλελεύθερες οικονομικές αντιλήψεις περί διεθνούς εμπορίου και παγκοσμιοποίησης των πρόσφατων δεκαετιών. Οι απόψεις του, όμως, τον έφεραν σε σύγκρουση και με διάφορες πλευρές της μαρξιστικής οικονομικής και πολιτικής ορθοδοξίας του καιρού του. Να σημειώσουμε για την ιστορία ότι ο Εμμανουήλ, παρά τις «αιρετικές» του απόψεις, παρέμεινε μέχρι τέλους οπαδός της απελευθέρωσης του λεγόμενου Τρίτου Κόσμου, του σοσιαλισμού και της σχεδιοποιημένης οικονομίας. Είναι φανερό ότι το θεωρητικό έργο του Αργύρη Εμμανουήλ επηρεάστηκε από την ίδια την πολυκύμαντη ζωή του. Οι εμπειρίες του από την Ελλάδα και τον Πόλεμο, από το Κογκό, την αποικιοκρατία και τον αντι-αποικιακό αγώνα, από την προσωπική του ενασχόληση με το εμπόριο, από τη συμμετοχή του σε μικρομεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις απέναντι σε μεγάλα μονοπώλια, από την επαφή του με την εργατική τάξη των αποικιών, διαμόρφωσαν ένα θεωρητικό νου που ωρίμασε μέσα στο καμίνι του πολέμου, των αγώνων και του εμπορίου, και όχι σε πανεπιστημιακά εργαστήρια. Οι πρωτογενείς του εμπειρίες τον οδήγησαν στο να αναζητήσει θεωρητικές ερμηνείες, και όχι το αντίθετο. Έτσι ερμηνεύονται και κάποιες πρόωρες διορατικές του παρατηρήσεις για εξελίξεις που επιβεβαιώνονται... Read More














