0 Comment
Μετά από εβδομάδες σφοδρών αντιδράσεων για τις αυξημένες χρεώσεις σε αναλήψεις μετρητών, ακόμη και από πελάτες που εξυπηρετούνται σε ΑΤΜ της ίδιας τους της τράπεζας μέσω τρίτων παρόχων, το οικονομικό επιτελείο προχώρησε χθες σε αποφασιστική παρέμβαση. Ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, ανακοίνωσε τροπολογία που, όπως δηλώνεται, θέτει σαφές πλαίσιο για τις τραπεζικές χρεώσεις και επαναφέρει έναν βαθμό ισορροπίας στις συναλλαγές φυσικής παρουσίας. Με την τροπολογία, που αναμένεται να κατατεθεί τις επόμενες ημέρες στη Βουλή, θεσπίζονται μεταξύ άλλων: κατάργηση προμηθειών μεταξύ τραπεζών-μελών της ΔΙΑΣ, πλαφόν 1,5 ευρώ σε λοιπές συναλλαγές, μηδενικές χρεώσεις σε περιοχές με ένα μόνο ΑΤΜ, καθώς και δωρεάν ενημέρωση υπολοίπου για όλους. Πρόκειται αναμφίβολα για μια θετική εξέλιξη για τους καταναλωτές, ιδιαίτερα στις απομακρυσμένες περιοχές ή σε περιοχές αστικού ιστού με περιορισμένη τραπεζική παρουσία. Ωστόσο, η πολιτική και κοινωνική διάσταση δεν μπορεί να αγνοηθεί. Όπως επισημαίναμε σε χθεσινό άρθρο γνώμης, η στρατηγική αποδόμηση του φυσικού τραπεζικού δικτύου –μέσω κλεισίματος καταστημάτων, πώλησης ΑΤΜ και προώθησης των ψηφιακών εφαρμογών ως μονόδρομου εξυπηρέτησης– δεν υπήρξε απλώς επιχειρηματική επιλογή. Υπήρξε πολιτική ανοχή ή αδυναμία ρύθμισης. Η αντίδραση των πολιτών στα φαινόμενα υπέρογκων χρεώσεων (έως και 5 ευρώ για μία ανάληψη μετρητών σε χώρους χωρίς τραπεζική παρουσία) ήταν απολύτως δικαιολογημένη. Δεν πρόκειται για “αγανάκτηση καταναλωτών”, αλλά για εύλογη απαίτηση ισοτιμίας πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες. Η προσδοκία του τραπεζικού συστήματος να λειτουργεί με λογική πλήρους ιδιωτικής αυτονομίας όταν πρόκειται για κέρδη και με δημόσια στήριξη όταν πρόκειται για κρίσεις (βλ. ανακεφαλαιοποιήσεις) δεν είναι πλέον αποδεκτή. Η ανακοίνωση του υπουργείου δεν ήρθε εν κενώ. Προηγήθηκαν δημοσιεύματα, αντιδράσεις τοπικών κοινωνιών, κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις αλλά και η διαρκής πίεση ενός μέρους του Τύπου που επέμεινε να αναδεικνύει το πρόβλημα όχι ως περιστασιακή παρεκτροπή, αλλά ως απόρροια ενός γενικότερου αφηγήματος αποτραπεζοποίησης. Δηλαδή, ενός πλαισίου όπου η “ψηφιακή ευκολία” λειτουργεί ως πρόσχημα για τον αποκλεισμό των τεχνολογικά ή γεωγραφικά μη προνομιούχων. Σε αυτό το πλαίσιο, η νομοθετική παρέμβαση είναι ευπρόσδεκτη, αλλά δεν αρκεί. Χρειάζεται διαρκής παρακολούθηση, σαφής ρύθμιση και ουσιαστικός ρόλος της Πολιτείας στη διασφάλιση καθολικής πρόσβασης. Το τραπεζικό σύστημα είναι –και οφείλει να παραμείνει– θεσμικός πυλώνας εμπιστοσύνης και συνοχής. Δεν μπορεί να λειτουργεί ως αυτόνομο κέντρο ισχύος, αποσπασμένο από τις ανάγκες της κοινωνίας που το στηρίζει. Ο δρόμος προς έναν δίκαιο και ψηφιακά εκσυγχρονισμένο τραπεζικό τομέα δεν περνά μέσα από τις χρεώσεις των 3,60 ευρώ σε νοσοκομεία και μετρό. Περνά από τη διατήρηση της εμπιστοσύνης, με διαφάνεια, ισοτιμία και αίσθηση ευθύνης – όχι μόνο των πελατών, αλλά κυρίως των διοικήσεων και των εποπτικών αρχών. Το κόστος για τις τράπεζεςΣύμφωνα με εκτιμήσεις, οι νέες ρυθμίσεις αναμένεται να στοιχίσουν στις ελληνικές τράπεζες περί τα 20–25 εκατ. ευρώ ετησίως, κυρίως λόγω της κατάργησης των προμηθειών για συναλλαγές μέσω ΔΙΑΣ και της μείωσης των χρεώσεων από τρίτους παρόχους. Η πίεση στα καθαρά έσοδα από προμήθειες είναι αισθητή, ενώ μεγαλύτερη επιβάρυνση αναμένεται για τους ανεξάρτητους παρόχους ΑΤΜ, όπως οι Euronet και Cashflex, λόγω της επιβολής πλαφόν και της υποχρεωτικής εναρμόνισης με το νέο πλαίσιο.














