Τον Ιούνιο του 2025, στον Άραχθο, δύο ανήλικα αγόρια βρέθηκαν στα νερά του ποταμού. Ο Γκόγκα Λεβιάν, μετανάστης από την Αλβανία και κάτοικος της περιοχής επί χρόνια, βούτηξε χωρίς δεύτερη σκέψη. Πάλεψε για πολλή ώρα μέσα στο νερό, εξαντλήθηκε και χρειάστηκε νοσοκομειακή περίθαλψη. Τα δύο παιδιά, δυστυχώς, δεν κατάφεραν να κρατηθούν στη ζωή. Εκείνος όμως έκανε ό,τι μπορούσε, ρισκάροντας τη δική του ζωή για παιδιά που δεν ήταν δικά του. Η πράξη του συγκλόνισε την τοπική κοινωνία. Λίγους μήνες αργότερα, πολιτογραφήθηκε τιμητικά Έλληνας. Νωρίτερα, στην Ερμούπολη της Σύρου, ο Χούραμ Σαχζάτ, διανομέας από το Πακιστάν, είδε μια γυναίκα εγκλωβισμένη στο μπαλκόνι ενός φλεγόμενου σπιτιού. Σκαρφάλωσε μέσα στους καπνούς και, μαζί με δύο ακόμη ανθρώπους, βοήθησε να σωθεί. Δεν ρώτησε ποια ήταν. Δεν ζήτησε ταυτότητα. Δεν αναρωτήθηκε αν ήταν Ελληνίδα, ξένη, πλούσια ή φτωχή. Είδε έναν άνθρωπο σε κίνδυνο και έδρασε. Αυτές οι ιστορίες δεν ακυρώνουν τα προβλήματα που υπάρχουν. Δεν σημαίνουν ότι πρέπει να κλείνουμε τα μάτια στην παρανομία, στην εγκληματικότητα ή στην ανάγκη εφαρμογής των νόμων. Το έγκλημα είναι έγκλημα, είτε το διαπράττει Έλληνας είτε αλλοδαπός. Η Δικαιοσύνη οφείλει να κρίνει πράξεις και πρόσωπα, όχι εθνότητες. Αλλά ακριβώς το ίδιο οφείλει να κάνει και η κοινωνία. Σε μια χώρα με βαθύ μεταναστευτικό και προσφυγικό παρελθόν, οι εύκολες γενικεύσεις είναι όχι μόνο άδικες, αλλά και ιστορικά κοντόφθαλμες. Οι Έλληνες έφυγαν κατά εκατομμύρια για τη Γερμανία, το Βέλγιο, την Αμερική, την Αυστραλία. Δούλεψαν σε εργοστάσια, ορυχεία, οικοδομές και εστιατόρια. Έζησαν σε ξένες γειτονιές, άκουσαν προσβολές, αντιμετωπίστηκαν ως κατώτεροι. Και πριν από αυτούς, Μικρασιάτες και Πόντιοι έφτασαν ξεριζωμένοι σε έναν τόπο που δεν τους υποδέχθηκε πάντα με ανοιχτές αγκάλες. Χρειάστηκε χρόνος για να πάψουν να θεωρούνται «ξένοι» και να αναγνωριστούν ως κομμάτι της ίδιας ιστορίας. Γι’ αυτό λέξεις όπως «λαθρομετανάστες», «εισβολείς» ή «γύφτοι» δεν είναι απλώς σκληρές. Είναι λέξεις που σβήνουν πρόσωπα, βιογραφίες και πράξεις. Βάζουν εκατομμύρια διαφορετικούς ανθρώπους στο ίδιο σακί και μετατρέπουν την προκατάληψη σε πολιτικό σύνθημα. Ο Γκόγκα Λεβιάν και ο Χούραμ Σαχζάτ δεν χρειάζονται εξιδανίκευση. Οι πράξεις τους αρκούν. Την ώρα του πνιγμού και της φωτιάς δεν υπάρχουν «δικοί μας» και «ξένοι». Υπάρχει κάποιος που κινδυνεύει και κάποιος που αποφασίζει να μην κοιτάξει αλλού. Ο άνθρωπος δεν είναι ετικέτα. Έχει πρόσωπο. Έχει πράξεις. Έχει όνομα.














