Η έναρξη της δίκης για την τραγωδία των Τεμπών δεν ήταν απλώς προβληματική, ήταν αποκαλυπτική. Όχι μόνο για τις υλικές ελλείψεις ενός χώρου που αποδείχθηκε ανεπαρκής, αλλά κυρίως για το βάρος που καλείται να σηκώσει η ίδια η Δικαιοσύνη μέσα σε συνθήκες πίεσης, δυσπιστίας και βαθιάς κοινωνικής οδύνης. Όταν γονείς θυμάτων δεν βρίσκουν καρέκλα να καθίσουν, όταν δικηγόροι δεν μπορούν να ανοίξουν τους φακέλους τους, όταν η διαδικασία διακόπτεται πριν ουσιαστικά ξεκινήσει, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο οργανωτικό. Είναι θεσμικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Η συγκεκριμένη δίκη δεν είναι μία ακόμη ποινική διαδικασία. Είναι μια ιστορική δοκιμασία. Γιατί αφορά 57 ζωές που χάθηκαν σε ένα δυστύχημα που πολλοί πλέον δεν αποδέχονται ως «ατύχημα». Αφορά χρόνια καθυστερήσεων, ελλείψεων, επιλογών και παραλείψεων. Αφορά, τελικά, την εμπιστοσύνη μιας ολόκληρης κοινωνίας προς το κράτος και τους θεσμούς του. Και εδώ τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η Δικαιοσύνη, υπό αυτές τις ασφυκτικές συνθήκες, κυριολεκτικά και μεταφορικά, να σταθεί στο ύψος της; Η ιστορία δείχνει ότι αυτό δεν είναι δεδομένο, αλλά ούτε και αδύνατο. Μεγάλες δίκες, στην Ελλάδα και διεθνώς, συχνά διεξήχθησαν μέσα σε κλίμα έντασης, πολιτικών παρεμβάσεων ή κοινωνικής πίεσης. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου οι θεσμοί λύγισαν. Υπήρξαν όμως και στιγμές όπου δικαστές στάθηκαν όρθιοι, υπερασπίστηκαν τη διαδικασία και άφησαν πίσω τους αποφάσεις που αποκατέστησαν -έστω εν μέρει- την εμπιστοσύνη. Το ζητούμενο σήμερα δεν είναι η τελειότητα. Είναι η ακεραιότητα. Οι συγγενείς των θυμάτων δεν ζητούν προνόμια. Ζητούν το αυτονόητο: να ακουστούν, να δουν, να κατανοήσουν. Να υπάρξει μια διαδικασία που να τιμά τη μνήμη των ανθρώπων τους και να οδηγεί σε ουσιαστική απόδοση ευθυνών. Κάθε εικόνα απαξίωσης,κάθε «δεν χωράμε», κάθε «δεν ακούγεται τίποτα», λειτουργεί ως νέα πληγή. Και η πολιτεία; Δεν μπορεί να στέκεται ως απλός παρατηρητής. Όταν μια τόσο κρίσιμη δίκη ξεκινά υπό τέτοιες συνθήκες, δεν πρόκειται για ατυχία. Πρόκειται για αποτυχία σχεδιασμού ή, ακόμη χειρότερα, για υποτίμηση της σημασίας της. Η επόμενη συνεδρίαση δεν είναι απλώς μια συνέχεια. Είναι μια δεύτερη ευκαιρία. Να διορθωθούν τα προφανή. Να διασφαλιστούν αξιοπρεπείς συνθήκες. Να αποκατασταθεί ένα ελάχιστο επίπεδο σοβαρότητας. Διότι η Δικαιοσύνη δεν αποδίδεται μόνο με αποφάσεις. Αποδίδεται και με τον τρόπο. Και τελικά, το πραγματικό διακύβευμα υπερβαίνει τη συγκεκριμένη αίθουσα. Είναι αν αυτή η χώρα μπορεί να αποδείξει ότι έμαθε κάτι από τα Τέμπη. Ότι δεν θα αρκεστεί σε έναν ακόμη κύκλο ευθυνών που διαχέονται και ξεθωριάζουν. Ότι δεν θα επιτρέψει να γίνει αυτή η δίκη μια τυπική διαδικασία «διεκπεραίωσης». Δικαιοσύνη, εδώ, δεν σημαίνει απλώς καταδίκες. Σημαίνει αλήθεια. Σημαίνει λογοδοσία. Σημαίνει εγγύηση ότι δεν θα ξαναζήσουμε τα ίδια. Και αυτό είναι κάτι που δεν μπορεί να γίνει σε μια αίθουσα όπου δεν χωρά ούτε η ίδια η κοινωνία.














