Η συζήτηση σε επίπεδο πολιτικών αρχηγών στη Βουλή για το κράτος δικαίου και τη συνταγματική αναθεώρηση ανέδειξε έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, με αιχμή τόσο τις θεσμικές αλλαγές όσο και ζητήματα διαφάνειας και λειτουργίας των θεσμών. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έθεσε ως βασική προτεραιότητα μια «θεσμική φυγή προς τα εμπρός», προαναγγέλλοντας την έναρξη διαδικασίας συνταγματικής αναθεώρησης εντός Μαΐου, με πυρήνα τουλάχιστον 25 άρθρων. Μεταξύ των βασικών θεματικών που έθεσε ήταν η ενσωμάτωση προβλέψεων για την τεχνητή νοημοσύνη στο άρθρο 5, η αναθεώρηση του άρθρου 16 για τα μη κρατικά πανεπιστήμια, η συνταγματική πρόνοια για την προσιτή στέγη, καθώς και αλλαγές στον εκλογικό νόμο (άρθρα 51 και 54). Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ανάγκη επανασχεδιασμού του εκλογικού συστήματος, σημειώνοντας ότι οι εκλογές του 2031 θα πρέπει να διεξαχθούν με νέο, πιο σύγχρονο μοντέλο, ενδεχομένως μεικτό, που θα αντιμετωπίζει στρεβλώσεις όπως η ταυτόχρονη άσκηση υπουργικών καθηκόντων και προεκλογικής δραστηριότητας. Παράλληλα, απέρριψε κατηγορηματικά τα αιτήματα για πρόωρες εκλογές, τονίζοντας ότι θα πραγματοποιηθούν στο τέλος της τετραετίας. Απαντώντας στην αντιπολίτευση, υπερασπίστηκε τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και τη συνεργασία της Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ενώ απέρριψε τις αιτιάσεις περί αυταρχισμού και συγκρίσεων με τον Βίκτορ Όρμπαν. Από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ, ο Νίκος Ανδρουλάκης επιτέθηκε προσωπικά στον πρωθυπουργό, χαρακτηρίζοντας «απατηλό όνειρο» την παραμονή του στην εξουσία μετά τις εκλογές. Κατηγόρησε την κυβέρνηση για μη συμμόρφωση σε αποφάσεις της Δικαιοσύνης, ιδίως στο ζήτημα των υποκλοπών, και έκανε λόγο για εκτεταμένη διαφθορά και πελατειακές πρακτικές. Ζήτησε άμεση προσφυγή στις κάλπες, τονίζοντας ότι η αξιοπιστία της κυβέρνησης έχει υπονομευθεί. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ, Σωκράτης Φάμελλος, άσκησε σφοδρή κριτική, κατηγορώντας την κυβέρνηση για συστηματική παραβίαση του κράτους δικαίου και συγκάλυψη σκανδάλων. Υποστήριξε ότι «όλα τα σκάνδαλα ξεκινούν και τελειώνουν στο Μαξίμου», κάνοντας ειδική αναφορά σε υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ και δημόσιες αναθέσεις. Τόνισε ότι η μόνη πολιτική διέξοδος είναι η παραίτηση της κυβέρνησης και η ανάδειξη νέας προοδευτικής διακυβέρνησης. Ακολούθως, ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, υιοθέτησε ιδιαίτερα επιθετική γραμμή, καταγγέλλοντας συνολικά το πολιτικό σύστημα για υποκρισία ως προς το κράτος δικαίου. Υποστήριξε ότι τα φαινόμενα διαφθοράς και οι θεσμικές παρεκκλίσεις αποτελούν εγγενές στοιχείο της ασκούμενης πολιτικής και όχι μεμονωμένες παρεκτροπές, απορρίπτοντας τόσο την κυβερνητική αφήγηση όσο και τις προτάσεις της αντιπολίτευσης ως ανεπαρκείς. Η Ζωή Κωνσταντοπούλου κινήθηκε επίσης σε υψηλούς τόνους, κάνοντας λόγο για «ηθική αθλιότητα» και αμφισβητώντας συνολικά την αντίληψη της κυβέρνησης για το κράτος δικαίου. Κατηγόρησε τον πρωθυπουργό για εμπλοκή σε ένα «βαθύ παρακράτος», δίνοντας έμφαση στη διάσταση των θεσμικών εκτροπών. Οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί άσκησαν συνολική κριτική στο κυβερνητικό έργο. Ο Κυριάκος Βελόπουλος έκανε λόγο για έλλειμμα λογοδοσίας και ζήτησε άμεσες εκλογές, ενώ ο Δημήτρης Νατσιός περιέγραψε μια εικόνα θεσμικής αποσύνθεσης, με αιχμές για υποκλοπές, διαφθορά και εγκατάλειψη της περιφέρειας. Συνολικά, η συζήτηση ανέδειξε βαθύ πολιτικό χάσμα ως προς την αξιολόγηση της λειτουργίας των θεσμών και του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, με την κυβέρνηση να επενδύει σε θεσμικές μεταρρυθμίσεις και την αντιπολίτευση να επιμένει σε ζητήματα διαφάνειας, λογοδοσίας και δημοκρατικής νομιμοποίησης.














