Υπήρχε κάτι ασυνήθιστο την Τρίτη στο Θησείο. Και δεν είχε να κάνει μόνο με τον κόσμο, τη σκηνοθεσία ή την προφανή προσπάθεια να στηθεί ένα πολιτικό γεγονός με ιστορικές αναφορές. Είχε να κάνει κυρίως με το γεγονός ότι ο Αλέξης Τσίπρας έδειξε να επιστρέφει χωρίς να προσπαθεί να ξαναγίνει ο Τσίπρας του 2015. Αυτό ίσως είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της βραδιάς. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, ο πρώην πρωθυπουργός δεν μίλησε ως αρχηγός διαμαρτυρίας. Δεν επένδυσε στον θυμό, ούτε επιχείρησε να ξαναζωντανέψει το κλίμα της αντιμνημονιακής περιόδου. Ακόμη και όταν επιτέθηκε στη Νέα Δημοκρατία και στο σημερινό πολιτικό σύστημα, το έκανε με τρόπο πιο ελεγχόμενο, σχεδόν θεσμικό. Ήταν εμφανές ότι στόχος δεν ήταν να συγκινηθεί μόνο η παραδοσιακή βάση της Αριστεράς. Η στόχευση ήταν πολύ μεγαλύτερη. Ο Τσίπρας μοιάζει να έχει καταλήξει σε ένα συμπέρασμα: ότι η κοινωνία της δεκαετίας του 2020 δεν κινητοποιείται πια με τα ίδια αντανακλαστικά της κρίσης. Η ανασφάλεια σήμερα είναι διαφορετική. Δεν αφορά μόνο τα μνημόνια ή τη λιτότητα. Αφορά τη ζωή συνολικά. Το σπίτι που δεν αγοράζεται. Το ενοίκιο που δεν βγαίνει. Τον μισθό που τελειώνει στις 15 του μήνα. Τη μόνιμη αίσθηση ότι δουλεύεις περισσότερο και ζεις χειρότερα. Γι’ αυτό και η νέα διακήρυξη έχει πολύ λιγότερο «κίνημα» και πολύ περισσότερο κοινωνική αγωνία. Δεν είναι τυχαίο ότι η λέξη που επανέρχεται συνεχώς είναι η «αξιοπρέπεια». Ούτε ότι η στέγη εμφανίζεται σχεδόν ως κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Κάποιος στο επιτελείο του Τσίπρα φαίνεται να έχει καταλάβει πως η μεγαλύτερη πολιτική κρίση της επόμενης περιόδου μπορεί να μην είναι ιδεολογική αλλά βαθιά κοινωνική και οικονομική. Και εδώ βρίσκεται ίσως η πρώτη σοβαρή διαφοροποίηση από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ. Χθες δεν παρουσιάστηκε ένα κόμμα διαμαρτυρίας. Παρουσιάστηκε μια προσπάθεια δημιουργίας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας. Αυτό εξηγεί και τη διαρκή αναφορά σε «Νέα Μεταπολίτευση». Ο Τσίπρας επιχειρεί να πει ότι ο κύκλος που άνοιξε το 1974 έκλεισε και ότι το σημερινό πολιτικό σύστημα αδυνατεί να δώσει απαντήσεις στη νέα εποχή. Το ενδιαφέρον είναι ότι η αφήγηση αυτή δεν στηρίζεται πια αποκλειστικά στην Αριστερά. Στηρίζεται όλο και περισσότερο σε μια νέα μορφή κοινωνικού πατριωτισμού. Αυτό είναι ίσως το πιο προσεκτικά κρυμμένο αλλά ουσιαστικό στοιχείο της χθεσινής διακήρυξης. Ο Τσίπρας μίλησε: για εθνική πυξίδα, για παραγωγική ανασυγκρότηση, για ενεργειακή αυτονομία, για ψηφιακή κυριαρχία, για ισχυρή εξωτερική πολιτική. Δεν πρόκειται για λεπτομέρειες. Δείχνουν προσπάθεια μετακίνησης από τον αντιμνημονιακό ριζοσπαστισμό σε ένα μοντέλο προοδευτικής διακυβέρνησης με στοιχεία θεσμικού πατριωτισμού και κοινωνικής προστασίας. Και ακριβώς εδώ άρχισαν οι πρώτες μεγάλες αντιδράσεις. Η κυβέρνηση κινήθηκε γρήγορα και επιθετικά. Το Μέγαρο Μαξίμου επιχείρησε να επαναφέρει αμέσως στη δημόσια συζήτηση τη μνήμη του 2015, παρουσιάζοντας τον Τσίπρα ως πολιτικό που επιχειρεί να επιστρέψει χωρίς ουσιαστική αυτοκριτική. Η στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας είναι σαφής: να ταυτίσει τη νέα προσπάθεια με την περίοδο αβεβαιότητας και να επαναφέρει το δίλημμα «σταθερότητα ή περιπέτεια». Στο ΠΑΣΟΚ η ανησυχία είναι διαφορετική αλλά ίσως βαθύτερη. Γιατί η νέα παράταξη κινείται ακριβώς μέσα στον χώρο που η Χαριλάου Τρικούπη προσπαθούσε να ανακτήσει τα τελευταία χρόνια. Δεν είναι τυχαίο ότι αρκετά στελέχη αντέδρασαν με οξύτητα, χαρακτηρίζοντας το νέο εγχείρημα «παλιό προϊόν με νέο περιτύλιγμα». Πίσω από τις δηλώσεις υπάρχει και πολιτικός φόβος. Ο Τσίπρας μίλησε χθες σε μια γλώσσα που σε αρκετά σημεία θύμιζε το κοινωνικό ΠΑΣΟΚ των πρώτων χρόνων: κοινωνική πλειοψηφία, αξιοπρέπεια, πατριωτισμός, κοινωνικό κράτος, παραγωγική Ελλάδα. Και αυτό μόνο αδιάφορο δεν περνά από τη Χαριλάου Τρικούπη. Στα αριστερά του πολιτικού φάσματος οι αντιδράσεις ήταν ακόμη πιο δύσκολες. Το ΚΚΕ κατηγόρησε τον Τσίπρα για πολιτική και ιστορική «καπηλεία» μέσω της επιλογής του ονόματος «ΕΛΑΣ», υποστηρίζοντας ότι επιχειρεί να δημιουργήσει νέες «αυταπάτες» εξουσίας. Η Νέα Αριστερά παρακολουθεί με εμφανή αμηχανία, καθώς η επιστροφή Τσίπρα επαναφέρει πιέσεις ανασύνθεσης στον χώρο. Στον ΣΥΡΙΖΑ, παρότι αποφεύγονται δημόσια οι υψηλοί τόνοι, είναι σαφές ότι η νέα κίνηση δημιουργεί νέα δεδομένα για το μέλλον και την ταυτότητα του κόμματος. Και βέβαια υπήρξε και το όνομα. Η επιλογή του ακρωνυμίου «ΕΛΑΣ» λειτούργησε ταυτόχρονα ως πολιτικό πλεονέκτημα και ως παγίδα. Επικοινωνιακά, δύσκολα θα μπορούσε να υπάρξει ισχυρότερος συμβολισμός. Μέσα σε λίγες ώρες κυριάρχησε παντού. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στις πολιτικές συζητήσεις, ακόμη και σε κοινά που υπό άλλες συνθήκες ίσως να αγνοούσαν πλήρως την εκδήλωση. Όμως η ίδια επιλογή ενεργοποίησε αμέσως και βαθιά αντανακλαστικά. Για ένα κομμάτι του προοδευτικού χώρου αποτέλεσε αναφορά στην Αντίσταση και στις ιστορικές παραδόσεις της δημοκρατικής παράταξης. Για άλλους όμως λειτούργησε ως υπερβολικά φορτισμένος συμβολισμός που επαναφέρει παλιές διαχωριστικές γραμμές. Και ίσως εκεί να βρίσκεται το πρώτο μεγάλο πολιτικό δίλημμα του νέου εγχειρήματος. Ο Τσίπρας χρειάζεται ταυτόχρονα: συσπείρωση της προοδευτικής βάσης, αλλά και διείσδυση σε πιο μετριοπαθή ακροατήρια. Το αν αυτά τα δύο μπορούν να συνυπάρξουν παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Γιατί τελικά το κρίσιμο δεν είναι αν η νέα παράταξη μπορεί να εκφράσει τη δυσαρέσκεια. Αυτό πιθανότατα μπορεί να το κάνει. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν μπορεί να πείσει ότι αποτελεί αξιόπιστη κυβερνητική εναλλακτική απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη. Και εδώ η εικόνα παραμένει σύνθετη. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά πλεονεκτήματα: αίσθηση σταθερότητας, ισχυρή παρουσία στον χώρο του κέντρου, και κυρίως μεγαλύτερη οικονομική αξιοπιστία σε σημαντικό μέρος της μεσαίας τάξης. Ο Τσίπρας φαίνεται να έχει καταλάβει ότι χωρίς αποκατάσταση αυτής της αξιοπιστίας δεν μπορεί να υπάρξει σοβαρή προοπτική εξουσίας. Γι’ αυτό και η χθεσινή παρουσίαση είχε λιγότερα συνθήματα και περισσότερη προσπάθεια να εμφανιστεί ως ώριμη κυβερνητική πρόταση. Το αν θα πετύχει είναι άλλη υπόθεση. Ωστόσο, όποιος παρακολούθησε προσεκτικά τη βραδιά στο Θησείο κατάλαβε κάτι ουσιαστικό: ο Τσίπρας δεν επέστρεψε για να διαχειριστεί τα απομεινάρια του παλιού ΣΥΡΙΖΑ. Επέστρεψε γιατί πιστεύει ότι διαμορφώνεται ξανά κοινωνικό και πολιτικό έδαφος για μια νέα ανασύνθεση στον προοδευτικό χώρο. Το αν αυτή η εκτίμηση είναι σωστή θα το κρίνουν τελικά όχι οι διακηρύξεις αλλά η οικονομία, η καθημερινότητα και η αντοχή της κοινωνίας απέναντι στη διαρκή πίεση της επόμενης περιόδου. Παναγιώτης Γιαλένιος















