0 Comment
Η ελληνική κτηνοτροφία αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις τα τελευταία χρόνια, οι οποίες απειλούν τη βιωσιμότητά της και την ικανότητά της να ανταποκριθεί στις ανάγκες τόσο της εγχώριας όσο και της διεθνούς αγοράς. Η αυξημένη ζήτηση για ελληνικό αρνί από τους Ευρωπαίους καταναλωτές, σε συνδυασμό με την εμφάνιση ζωονόσων και φυσικών καταστροφών, έχουν δημιουργήσει ένα σύνθετο πρόβλημα που απαιτεί άμεση αντιμετώπιση. Αύξηση εξαγωγών και επιπτώσεις στην εγχώρια αγορά Τα τελευταία χρόνια, το ελληνικό αρνί έχει κερδίσει σημαντική θέση στις προτιμήσεις των Ευρωπαίων καταναλωτών, γεγονός που έχει οδηγήσει σε αύξηση των εξαγωγών. Αυτή η τάση, αν και θετική για την ελληνική οικονομία, έχει δημιουργήσει πιέσεις στην εγχώρια αγορά, καθώς η αυξημένη ζήτηση από το εξωτερικό μειώνει τη διαθεσιμότητα του προϊόντος για τους Έλληνες καταναλωτές. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των τιμών, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Πάσχα, όταν η ζήτηση κορυφώνεται. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης του Κρέατος και του Τομέα της Κτηνοτροφίας (ΕΔΟΤΟΚΚ), Γιάννη Φασουλά, οι τιμές των αμνοεριφίων έχουν ανέβει λόγω εξωγενών και ενδογενών πιέσεων, ενώ σειρά προβλημάτων, όπως η ακρίβεια, οι ζωονόσοι και οι καταστροφές δοκιμάζουν τον κλάδο. Εμφάνιση ζωονόσων και επιπτώσεις στο ζωικό κεφάλαιο Παράλληλα, η ελληνική κτηνοτροφία πλήττεται από την εμφάνιση σοβαρών ζωονόσων, όπως η ευλογιά και η πανώλη των αιγοπροβάτων. Η ευλογιά έχει οδηγήσει σε θανάτωση σχεδόν 90.000 αιγοπροβάτων, με 400 εκμεταλλεύσεις να έχουν υποστεί ολική καταστροφή, ενώ η πανώλη προκάλεσε την απώλεια άλλων 34.000 ζώων. Συνολικά, οι απώλειες από ζωονόσους ανέρχονται σε περίπου 124.000 ζώα, με τις περιοχές της Ξάνθης και της Κομοτηνής να έχουν υποστεί τις μεγαλύτερες απώλειες, χάνοντας πάνω από το 80% του ζωικού κεφαλαίου τους. Φυσικές καταστροφές και περαιτέρω απώλειες Εκτός από τις ζωονόσους, η κτηνοτροφία έχει πληγεί και από φυσικές καταστροφές. Η θεομηνία «Ντάνιελ» προκάλεσε την απώλεια περίπου 80.000 ζώων, αριθμός διόλου ευκαταφρόνητος, καθώς μόλις το 1/10 εξ αυτών έχει αντικατασταθεί. Εάν προστεθούν οι απώλειες από την πλημμύρα στη Θεσσαλία, όπου πνίγηκαν πάνω από 40.000 ζώα, το σύνολο των απωλειών σε δύο χρόνια αγγίζει τα 173.000 ζώα, ενώ μαζί με τις απώλειες στις πυρκαγιές του καλοκαιριού και τις θεομηνίες «Ιανός» και «Elias», οι απώλειες ζωικού κεφαλαίου, σύμφωνα με παράγοντες του κλάδου, φτάνουν στα 250.000 ζώα. Οικονομικές επιπτώσεις και προκλήσεις για τους κτηνοτρόφους Οι παραπάνω απώλειες έχουν σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις για τους κτηνοτρόφους. Η μείωση του ζωικού κεφαλαίου οδηγεί σε μείωση της παραγωγής κρέατος και γαλακτοκομικών προϊόντων, γεγονός που επηρεάζει τόσο την εγχώρια αγορά όσο και τις εξαγωγές. Επιπλέον, η ανάγκη για αναπλήρωση των χαμένων ζώων και η εφαρμογή μέτρων βιοασφάλειας αυξάνουν το κόστος παραγωγής. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ελληνικής Κτηνοτροφίας (ΣΕΚ), όταν κλείνονται όλα τα ζώα στους στάβλους για 30 ημέρες, χάνονται 45 ευρώ ανά ζώο, δηλαδή συνολικά 450 εκατομμύρια ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται το χαμένο εισόδημα των κτηνοτρόφων. Ανάγκη για ολοκληρωμένη διαχείριση και στήριξη του κλάδου Η αντιμετώπιση των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ελληνική κτηνοτροφία απαιτεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση. Η πολιτεία πρέπει να συνεργαστεί στενά με τους κτηνοτρόφους και τους εμπλεκόμενους φορείς για την αποτελεσματική διαχείριση των ζωονόσων και την πρόληψη της εξάπλωσής τους. Η απουσία εκπροσώπησης των κτηνοτρόφων σε επιτροπές διαχείρισης ζωονόσων, όπως επισημαίνει ο ΣΕΚ, αποτελεί εμπόδιο στην ουσιαστική αντιμετώπιση των προβλημάτων. Επιπλέον, είναι απαραίτητη η οικονομική στήριξη των πληγέντων κτηνοτρόφων για την αναπλήρωση του ζωικού κεφαλαίου και την ανάκαμψη του κλάδου. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μέσω επιδοτήσεων, αποζημιώσεων και ευνοϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων που θα επιτρέψουν στους παραγωγούς να ανακάμψουν από τις απώλειες. Παράλληλα, απαιτούνται αυστηρότερα μέτρα βιοασφάλειας και ελέγχου για την πρόληψη και τον περιορισμό των ζωονόσων, καθώς και η αναβάθμιση των υποδομών, όπως τα σφαγεία και οι κτηνιατρικές υπηρεσίες. Η στήριξη της εγχώριας παραγωγής μέσω στρατηγικών κινήσεων, όπως η προώθηση του ελληνικού αρνιού και η διασφάλιση δίκαιων τιμών για παραγωγούς και καταναλωτές, είναι επίσης κρίσιμη. Σε αυτή την κρίσιμη καμπή, είναι απαραίτητο η ελληνική κτηνοτροφία να ενισχυθεί με μακροπρόθεσμες πολιτικές που θα εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του κλάδου. Η προστασία του ζωικού κεφαλαίου, η διατήρηση της ποιότητας των ελληνικών προϊόντων και η εξισορρόπηση της εγχώριας και διεθνούς ζήτησης είναι καθοριστικοί παράγοντες για το μέλλον της ελληνικής κτηνοτροφίας και της διατροφικής αυτάρκειας της χώρας. Η κατάσταση στην ελληνική κτηνοτροφία και ιδίως τι συμβαίνει στη Δυτική Ελλάδα θα είναι ένα από τα σημαντικά θέματα που θα απασχολήσουν το προσεχές Forum Αγροτικής Ανάπτυξης 2025 που προγραμματίζει ο «Σύμβουλος Επιχειρήσεων» στις 30 Απριλίουμε θεσμικό συνδιοργανωτή τo Παράρτημα Πελοποννήσου & Δυτικής Ελλάδας του ΓΕΩΤ.Ε.Ε.














