Η χώρα βιώνει άλλη μία περίοδο παρατεταμένου καύσωνα, με τη θερμοκρασία να φτάνει σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα και τη ζήτηση για ηλεκτρική ενέργεια να αγγίζει ταβάνι. Στις 23 Ιουλίου, το φορτίο κατανάλωσης στην Ελλάδα άγγιξε τα 10.434 μεγαβάτ, ενώ η χονδρεμπορική τιμή ηλεκτρικής ενέργειας στο Ελληνικό Χρηματιστήριο Ενέργειας εκτοξεύθηκε στα 140,25 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, παρουσιάζοντας αύξηση 26% σε μόλις ένα εικοσιτετράωρο. Ακόμη πιο εντυπωσιακά – ή μάλλον ανησυχητικά – ήταν τα στοιχεία των νυχτερινών ωρών, όταν η τιμή στις 21:00 άγγιξε τα 327,62 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, τιμές συγκρίσιμες με την κορύφωση της ενεργειακής κρίσης του 2022. Το φαινόμενο της «ενεργειακής νησίδας» επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο. Η Ελλάδα, μαζί με τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία, εμφανίζει χονδρεμπορικές τιμές ενέργειας σημαντικά υψηλότερες από τις χώρες της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Την ίδια ώρα, η Γερμανία και το Βέλγιο έχουν τιμές κάτω από 85 ευρώ/MWh, ενώ στην Αυστρία οι τιμές διαμορφώνονται στα 90,12 ευρώ. Η απόσταση αυτή δεν οφείλεται μόνο στις καιρικές συνθήκες ή στην αυξημένη κατανάλωση, αλλά στην υποδομική αδυναμία του συστήματος μεταφοράς και στη χαμηλή διασύνδεση της ΝΑ Ευρώπης με το ευρωπαϊκό δίκτυο. Η έλλειψη επαρκών και αποδοτικών ηλεκτρικών διασυνδέσεων καθιστά αδύνατη τη μεταφορά φθηνότερης ενέργειας από τις βόρειες αγορές, εγκλωβίζοντας τις τιμές σταθερά ψηλά. Το πρόβλημα εντείνεται από τον τρόπο λειτουργίας της ευρωπαϊκής αγοράς ενέργειας. Το μοντέλο της αγοράς επόμενης ημέρας (Day Ahead Market), στο πλαίσιο του λεγόμενου Target Model, οδηγεί σε ένα φαινόμενο στρέβλωσης: η τιμή που καταβάλλουν όλοι οι συμμετέχοντες δεν αντιστοιχεί στο μέσο κόστος παραγωγής αλλά στην πιο ακριβή μονάδα που καλύπτει τη ζήτηση, συνήθως μονάδα φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη κι αν οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) παράγουν με σχεδόν μηδενικό κόστος, ο καταναλωτής πληρώνει την τιμή του πιο ακριβού καυσίμου. Όταν μάλιστα λόγω άπνοιας οι ανεμογεννήτριες ακινητοποιούνται, όπως συνέβη φέτος, το ενεργειακό μείγμα βαραίνει υπέρ του φυσικού αερίου, που συμμετείχε κατά 41,83% στις 23 Ιουλίου, προκαλώντας περαιτέρω αύξηση του κόστους. Την ίδια στιγμή, τα νοικοκυριά και οι μικρές επιχειρήσεις επωμίζονται τον πλήρη αντίκτυπο των αυξήσεων. Η ελληνική κυβέρνηση προχώρησε σε νέες επιδοτήσεις για την ελάφρυνση των ευάλωτων ομάδων, όμως το μέτρο, όσο απαραίτητο κι αν είναι, δεν αντιμετωπίζει τη ρίζα του προβλήματος. Επιδιορθώνει απλώς τις συνέπειες ενός συστήματος που λειτουργεί περισσότερο με όρους χρηματιστηρίου παρά κοινωνικής ωφέλειας. Περαιτέρω ανησυχίες εγείρονται από τον πρόσφατο “οδικό χάρτη” για την ενεργειακή εξοικονόμηση που παρουσίασε η κυβέρνηση. Η πρόβλεψη για αποπληρωμή μέσω των λογαριασμών ενέργειας, χωρίς σαφείς εγγυήσεις και με κίνδυνο δέσμευσης των καταναλωτών σε συμβάσεις με σταθερές δόσεις και συγκεκριμένους παρόχους, μπορεί να οδηγήσει σε νέα φαινόμενα υπερχρέωσης και απώλειας επιλογής σε μία ήδη επιβαρυμένη αγορά. Παράλληλα, το μοντέλο αυτό απειλεί να παρακάμψει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα στον κλάδο της ενέργειας και της οικοδομής, ενισχύοντας τις μεγάλες εταιρείες σε βάρος των τοπικών επαγγελματιών. Η ηλεκτρική ενέργεια στην Ελλάδα έχει πάψει να λειτουργεί ως κοινωφελές αγαθό. Μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε χρηματιστηριακό προϊόν, όπου οι διεθνείς διακυμάνσεις, οι στρεβλώσεις της αγοράς και οι αδυναμίες του εθνικού συστήματος επιβαρύνουν απευθείας τον τελικό καταναλωτή. Οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν το τίμημα για επιλογές που δεν ελέγχουν, χωρίς ουσιαστική δυνατότητα προστασίας, πέραν της επιδοματικής πολιτικής. Αν κάτι κατέδειξε ο φετινός καύσωνας, δεν είναι μόνο η κλιματική ευθραυστότητα, αλλά και η ενεργειακή ανασφάλεια. Χρειάζεται μια συνολική επαναθεώρηση του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε και τιμολογούμε το ηλεκτρικό ρεύμα. Η ενέργεια δεν μπορεί να είναι προνόμιο, ούτε να λειτουργεί αποκλειστικά με όρους χρηματοοικονομικού arbitrage. Είναι βασική υποδομή για την ποιότητα ζωής, την παραγωγικότητα και την κοινωνική σταθερότητα. Και ως τέτοια πρέπει να διασφαλίζεται.














