0 Comment
Χθες το πρωί, η εικόνα στον Φενεό έμοιαζε ενθαρρυντική. Η μεγάλη φωτιά που είχε ξεσπάσει την Τρίτη 22 Ιουλίου και είχε κάψει παρθένο δάσος σε υψόμετρο, με έλατα και πεύκα, βρισκόταν σε ύφεση. Οι πυροσβεστικές δυνάμεις παρέμεναν σε επαγρύπνηση, με επίκεντρο μικροεστίες πάνω από το Καρτέρι, προκειμένου να αποτραπούν νέες αναζωπυρώσεις. Εκατοντάδες πυροσβέστες, 75 οχήματα, 25 εναέρια μέσα, μηχανήματα έργου και υδροφόρες δήμων επιχειρούσαν την προηγούμενηκαι ολη τη νυχτα με τις φλόγες να έχουν γλείψει αυλές σπιτιών στην Καστανιά και να προκαλούν ζημιές σε πάνω από 15 κτίρια – κυρίως εγκαταλελειμμένα. Οι κάτοικοι είχαν απομακρυνθεί με αλλεπάλληλα μηνύματα του 112. Το καμένο τοπίο άφηνε πίσω του στάχτη αλλά και προσωρινή ηρεμία. Νέα φωτιά, νέα αγωνία Το μεσημέρι της Τετάρτης, όμως, η φωτιά επανήλθε με ορμή. Στην περιοχή Μαυροβούνι σημειώθηκε ισχυρή αναζωπύρωση, οδηγώντας σε νέα έκτακτα μέτρα. Οι φλόγες κινήθηκαν προς τις καλλιέργειες του κάμπου, απειλώντας πλέον και την πρωτογενή παραγωγή, ενώ εκκενώθηκαν προληπτικά τρεις οικισμοί: Ματιού, Αχλαδέα και Αμυγδαλέα. Οι κάτοικοι οδηγήθηκαν προς την Αρχαία Φενεό. Στο πεδίο και πάλι ενισχυμένες επίγειες και εναέριες δυνάμεις, ενώ ο Κινητός Συντονιστικός Σταθμός «ΟΛΥΜΠΟΣ» έχει αναπτυχθεί στην περιοχή. Ένας εποχικός πυροσβέστης μεταφέρθηκε με εγκαύματα στο Γενικό Νοσοκομείο Κορίνθου και ακόμη ένας συνάδελφός του υπέστη αναπνευστικά προβλήματα. Όταν η διαχείριση αποτυγχάνει Η εξέλιξη προκαλεί εύλογες αντιδράσεις. Ο περιφερειακός σύμβουλος Πελοποννήσου, Γιάννης Σιάτος, έκανε λόγο για «κατάσταση που δεν έπρεπε να είχε συμβεί». Παρά την αρχική ύφεση και τη σχετική άπνοια, η αναζωπύρωση βρίσκει την Πολιτική Προστασία ξανά σε θέση άμυνας. Η φωτιά πέρασε ανάμεσα από Μόσια και Μάτι, καίγοντας για ακόμη μία φορά παρθένο δάσος και φτάνοντας μέχρι τον αγροτικό κάμπο. Στο πεδίο της πρόληψης και της προετοιμασίας, τα ερωτήματα είναι ουσιαστικά. Τι πήγε λάθος; Πώς είναι δυνατόν μια ελεγχόμενη φωτιά να φτάσει και πάλι σε σημείο απειλής; Φωτιά, οικονομία και ανθεκτικότητα Οι συνέπειες της φωτιάς στον Φενεό ξεπερνούν τη φυσική καταστροφή. Ο πρωτογενής τομέας, η αγροτουριστική δραστηριότητα, η επενδυτική εικόνα της Πελοποννήσου, όλα δέχονται πλήγμα. Κάθε στρέμμα δάσους που χάνεται, στερεί εισόδημα, υποδομές, τουριστικό απόθεμα, και κυρίως τον βιώσιμο χαρακτήρα μιας περιοχής που βασίζεται στη γη και στην εποχική της σταθερότητα. Οι φωτιές του 2025 επιβεβαιώνουν ότι η ανθεκτικότητα δεν είναι θέμα αριθμού εναέριων μέσων – αλλά ολοκληρωμένου σχεδίου. Η αποτυχία να ελεγχθεί μια εστία που θεωρούνταν υπό περιορισμό δείχνει ότι η Πολιτική Προστασία πρέπει να μεταβεί από την καταστολή στην πρόληψη, από τη γενική κινητοποίηση στην τοπική γνώση. Κάθε πυρκαγιά δεν είναι μόνο επιχείρηση, αλλά και καθρέφτης πολιτικής ετοιμότητας. Ο Φενεός είναι ξανά στο επίκεντρο – όχι μόνο ενός φυσικού φαινομένου, αλλά μιας εθνικής πρόκλησης: πώς να προστατεύσουμε την ύπαιθρο όταν η φωτιά δεν περιμένει, όταν η διαχείριση είναι αποσπασματική και όταν η φύση μας προειδοποιεί, αλλά δεν μας συγχωρεί. Η αναζωπύρωση του σήμερα δείχνει ότι η επόμενη φωτιά δεν είναι θέμα «αν», αλλά «πότε». Και το κόστος της επανάληψης είναι κάθε φορά πιο βαρύ.














