Στον δημόσιο διάλογο της χώρας , κάθε φυσικό φαινόμενο μετατρέπεται όλο και πιο εύκολα σε τηλεοπτικό ντέρμπι προσωπικοτήτων. Η πρόσφατη αντιπαράθεση ανάμεσα στον σεισμολόγο Γεράσιμο Παπαδόπουλο και τους συναδέλφους του, όπως ο Άκης Τσελέντης και ο Ευθύμης Λέκκας, για το ενδεχόμενο ισχυρού σεισμού 6 έως 6,5 Ρίχτερ στον Κορινθιακό Κόλπο, δεν είναι απλώς μια επιστημονική διαφωνία. Είναι σύμπτωμα μιας βαθύτερης παθογένειας: της μετατροπής της επιστήμης σε δημόσιο θέαμα. Ο Παπαδόπουλος μίλησε για «αντίστροφη μέτρηση» και για υψηλή πιθανότητα εκδήλωσης ενός μεγάλου σεισμού μέσα στα επόμενα ένα έως τρία χρόνια, στηριζόμενος, όπως είπε, σε στατιστικές μεθόδους και στο ιστορικό της περιοχής μετά τον μεγάλο σεισμό του 1995 στο Αίγιο. Υποστήριξε πως η εμφάνιση ενός τόσο ισχυρού σεισμού είναι «μαθηματική βεβαιότητα», όχι ως πρόβλεψη συγκεκριμένης ημέρας και ώρας, αλλά ως φυσική συνέπεια της σεισμικής συμπεριφοράς της χώρας. Απέναντι σε αυτή τη διατύπωση, ο Τσελέντης αντέδρασε έντονα, μιλώντας για «σεισμολογικό μπαρμπούτι», κατηγορώντας τέτοιες δημόσιες τοποθετήσεις ότι προκαλούν πανικό, επηρεάζουν την οικονομία και δημιουργούν κοινωνική ανασφάλεια χωρίς ουσιαστικό επιστημονικό αντίκρισμα. Ο Λέκκας, από την πλευρά του, υπενθύμισε το βασικό αξίωμα της σύγχρονης σεισμολογίας: δεν μπορεί να προβλεφθεί με ακρίβεια πότε θα γίνει ένας μεγάλος σεισμός, ακόμη κι αν γνωρίζουμε ποιες περιοχές έχουν υψηλή επικινδυνότητα. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο ποιος έχει δίκιο όσο και αν είναι σωστό να καταδικάζεται οτιδήποτε δημιουργεί πανικό. Είναι ότι η δημόσια συζήτηση έχει μετατοπιστεί από την πρόληψη στην εντύπωση. Αντί να συζητάμε για αντισεισμική θωράκιση σχολείων, ελέγχους παλαιών κτιρίων, σχέδια πολιτικής προστασίας και ουσιαστική ενημέρωση των πολιτών, παρακολουθούμε έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό προβολής: ποιος επιστήμονας θα γίνει πρώτο θέμα, ποιος θα δώσει την πιο δραματική δήλωση, ποιος θα κυριαρχήσει στο επόμενο τηλεοπτικό πάνελ. Το ίδιο μοτίβο το ζήσαμε έντονα και στην πανδημία της COVID-19. Καθημερινά εμφανίζονταν λοιμωξιολόγοι, επιδημιολόγοι και «ειδικοί» με αντικρουόμενες προβλέψεις, άλλοι προειδοποιούσαν για απόλυτη καταστροφή και άλλοι υπόσχονταν γρήγορη επιστροφή στην κανονικότητα. Η επιστημονική αβεβαιότητα, που είναι φυσιολογικό στοιχείο της έρευνας, παρουσιάστηκε ως προσωπική αντιπαράθεση και τηλεοπτική σύγκρουση. Το αποτέλεσμα ήταν σύγχυση, κόπωση και τελικά δυσπιστία των πολιτών απέναντι στην ίδια την επιστήμη. Το ίδιο συμβαίνει και στη μετεωρολογία. Κάθε κακοκαιρία βαφτίζεται «ιστορική», κάθε χιονιάς «βιβλικός», κάθε καύσωνας «πρωτοφανής», τελευταία μάλιστα δίνουν και εντυπωσιακά ονόματα στα φυσικά φαινόμενα, κυρίως και διόλου τυχαία με έμπνευση από την μυθολογία. Η πρόβλεψη συχνά υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη εντυπωσιασμού. Και όταν η πρόβλεψη τελικά δεν επιβεβαιώνεται, η κοινωνία δεν χάνει απλώς την εμπιστοσύνη της στο συγκεκριμένο πρόσωπο, αλλά συνολικά στην επιστημονική αξιοπιστία. Η επιστήμη δεν είναι reality show ούτε αγώνας δημοφιλίας. Ο επιστήμονας δεν οφείλει να εντυπωσιάζει, αλλά να εξηγεί με ακρίβεια, μέτρο και ευθύνη. Ο πολίτης δεν χρειάζεται φόβο ούτε καθησυχασμό για τηλεθέαση, χρειάζεται καθαρή ενημέρωση. Σε μια σεισμογενή χώρα όπως η Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι να μαντέψουμε τον επόμενο σεισμό των 6 ή 6,5 Ρίχτερ στον Κορινθιακό, αλλά να είμαστε έτοιμοι όταν έρθει. Και αυτό απαιτεί λιγότερο τηλεοπτικό θόρυβο και περισσότερη σοβαρότητα.














