Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, υπογράμμισε ότι με στοχευμένες πολιτικές και μεταρρυθμίσεις η ελληνική μεταποίηση μπορεί να εξελιχθεί σε κινητήριο μοχλό ανάπτυξης, απασχόλησης και τεχνολογικής αναβάθμισης. Μιλώντας σε ημερίδα του ΜΙΕΤ, της Πρωτοβουλίας «Ελληνική Παραγωγή – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη» και του ΙΟΒΕ με θέμα «Προκλήσεις και ευκαιρίες για την ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία: η συμβολή της μεταποιητικής βιομηχανίας», κατέγραψε: Το διεθνές περιβάλλον γίνεται πιο ασταθές λόγω προστατευτισμού και γεωοικονομικού κατακερματισμού· η ευρωζώνη παραμένει ανθεκτική αλλά χρειάζεται βαθύτερη ενοποίηση (Τραπεζική Ένωση, Ένωση Κεφαλαιαγορών). Η ελληνική οικονομία τρέχει ταχύτερα από τη ζώνη του ευρώ: ανάπτυξη 2% το α’ εξάμηνο 2025 (σε ετήσια βάση), με ορίζοντα μέσου ρυθμού ~2% την περίοδο 2025–27. Ο πληθωρισμός υποχώρησε το φθινόπωρο και εκτιμάται γύρω στο 3% για το 2025 πριν την περαιτέρω αποκλιμάκωση. Στη μεταποίηση, η Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία ανέβηκε στο 9,1% του ΑΕΠ το 2024 (από 7,8% το 2019), η απασχόληση στο 8,1% (~420.000 εργαζόμενοι) και η παραγωγικότητα +26,5% την περίοδο 2019–24. Οι βιομηχανικές επενδύσεις ξεπέρασαν αθροιστικά τα 36 δισ. ευρώ (2018–24), με το μερίδιο της βιομηχανίας στις συνολικές επενδύσεις να φτάνει το 18,8% το 2024. Οι βιομηχανικές εξαγωγές αυξήθηκαν από ~28 δισ. ευρώ (2017) σε ~49 δισ. ευρώ (2024), αντιπροσωπεύοντας το 71% των εξαγωγών αγαθών. Παρά τη σημαντική βελτίωση, παραμένει υστέρηση έναντι του ευρωπαϊκού μέσου όρου, κάτι που απαιτεί συνεκτικό στρατηγικό πλαίσιο και ενίσχυση των διασυνδέσεων της μεταποίησης με τους υπόλοιπους κλάδους. Τέσσερις άξονες πολιτικής: επιτάχυνση πράσινης και ενεργειακής μετάβασης, ψηφιακός μετασχηματισμός και δεξιότητες, βελτίωση θεσμικού/χρηματοδοτικού περιβάλλοντος, ενίσχυση εξωστρέφειας και διεθνοποίησης. Κεντρικό μήνυμα: με συνεκτική βιομηχανική πολιτική, η μεταποίηση μπορεί να γίνει μόνιμος μοχλός σύγκλισης με την ΕΕ και θωράκισης απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις. Ολόκληρη η ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα «Η μεταποιητική βιομηχανία ως μοχλός ανάπτυξης και ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας» Κυρίες και κύριοι, Σας ευχαριστώ θερμά για την τιμητική πρόσκληση να συμμετάσχω στη σημερινή ημερίδα. Η θεματική της σημερινής εκδήλωσης είναι εξαιρετικά επίκαιρη. Η ευρωπαϊκή οικονομία βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, καθώς η επένδυση στη μεταποίηση, την καινοτομία, την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και της ανταγωνιστικότητάς της. Η σύγχρονη βιομηχανική πολιτική που κοιτά προς το μέλλον, κινητροδοτεί την καινοτομία και τα δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα, επιστρέφει δυναμικά στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής συζήτησης ως εργαλείο στρατηγικής αυτονομίας, τεχνολογικής προόδου και δημιουργίας ποιοτικών θέσεων εργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η μεταποίηση μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη μετάβαση προς ένα πιο βιώσιμο αναπτυξιακό πρότυπο. Για την Ελλάδα, ο ρόλος της μεταποίησης είναι κομβικός, καθώς ο τομέας μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός εξωστρέφειας και παραγωγικής αναβάθμισης, συμβάλλοντας σε μια πιο διαφοροποιημένη και ανθεκτική οικονομία. H ενίσχυση της μεταποιητικής δραστηριότητας παραμένει απαραίτητη προϋπόθεση για βιώσιμη ανάπτυξη και ουσιαστική σύγκλιση με την Ευρώπη. Για να κατανοήσουμε καλύτερα τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και ειδικότερα τη συνεισφορά της μεταποίησης και της βιομηχανίας, χρειάζεται πρώτα να εξετάσουμε τις εξελίξεις στο διεθνές περιβάλλον, οι οποίες επηρεάζουν τα όρια και τις δυνατότητες της εγχώριας οικονομικής πολιτικής. Διεθνές περιβάλλον Η διεθνής οικονομία διανύει μια μεταβατική περίοδο, κατά την οποία αμφισβητούνται θεμελιώδεις αρχές που χαρακτήριζαν τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της παγκόσμιας οικονομικής διακυβέρνησης. Από την αρχή του έτους παρατηρούμε μια πολύ σημαντική αλλαγή τακτικής εκ μέρους της αμερικανικής ηγεσίας τόσο σε επίπεδο ρητορικής όσο και στην πράξη, η οποία έχει προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε όλη την υφήλιο. Η επιβολή ιστορικά υψηλών δασμών από τις ΗΠΑ σε στρατηγικούς εμπορικούς εταίρους τους – μεταξύ αυτών και η Ευρωπαϊκή Ένωση – σηματοδότησε μια σαφή στροφή προς πολιτικές οικονομικού εθνικισμού. Ως απάντηση, πολλές χώρες υιοθέτησαν και αυτές με τη σειρά τους μέτρα εμπορικού προστατευτισμού, επιδεινώνοντας το γεωοικονομικό κατακερματισμό και τις επιπτώσεις του στις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, στην παγκόσμια ζήτηση και στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Στο νέο σύνθετο και ασταθές περιβάλλον, η ανθεκτικότητα, η διαφοροποίηση των αγορών, οι επενδύσεις στην καινοτομία και, στην περίπτωση της Ευρώπης, η ισχυροποίηση των δεσμών και των κοινών θεσμών καθώς και η εμβάθυνση των οικονομικών σχέσεων, αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας των εθνικών οικονομιών και των επιχειρήσεων. Η εμπορική συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ τον Ιούλιο και αφορά την επιβολή ανώτατου δασμολογικού συντελεστή 15% σε εξαγωγές αγαθών της ΕΕ προς τις ΗΠΑ αποτελεί ένα δύσκολο αλλά αναγκαίο συμβιβασμό. Από τη μία πλευρά, είναι δυσμενής εξέλιξη, διότι “φορολογεί” ευρωπαϊκά προϊόντα με σχετικά υψηλό συντελεστή, μειώνοντας έτσι τη διεθνή ζήτησή τους, ενώ δεσμεύει την ΕΕ να αγοράζει ενεργειακά προϊόντα από τις ΗΠΑ και να πραγματοποιεί μεγάλες επενδύσεις σε στρατηγικούς τομείς της αμερικανικής οικονομίας. Από την άλλη πλευρά, αναμένεται να περιορίσει την αβεβαιότητα, διασφαλίζοντας μεταξύ άλλων τη συνέχεια και τη διεύρυνση της διατλαντικής συνεργασίας. Σε αυτό το ευμετάβλητο διεθνές περιβάλλον, η οικονομία της ευρωζώνης έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Σύμφωνα με τις τελευταίες προβλέψεις της ΕΚΤ, ο ρυθμός μεγέθυνσης στη ζώνη του ευρώ εκτιμάται στο 1,2% για το 2025 και στο 1% για το 2026, με κύριους προωθητικούς παράγοντες την ιδιωτική κατανάλωση και τις επενδύσεις. O πληθωρισμός αναμένεται να αποκλιμακωθεί περαιτέρω από 2,4% το 2024 σε 2,1% το 2025 και 1,7% το 2026, υποβοηθούμενος από την υποχώρηση του πληθωρισμού της ενέργειας και την ανατίμηση του ευρώ. Επίσης, η χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής έχει συμβάλει καθοριστικά στη βελτίωση των χρηματοπιστωτικών συνθηκών. Παρ’ όλα αυτά, οι προοπτικές ανάπτυξης της ευρωζώνης υπόκεινται σε πολλαπλούς καθοδικούς κινδύνους. Μεταξύ αυτών είναι η αβεβαιότητα σχετικά με την εμπορική πολιτική και τις παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις διεθνώς, καθώς και η πολιτική αβεβαιότητα στη Γαλλία. Οι μακροχρόνιες διαρθρωτικές αδυναμίες της ευρωζώνης που πηγάζουν κυρίως από το γεγονός ότι αποτελεί μεν μια ολοκληρωμένη νομισματική ένωση αλλά μία ατελή οικονομική ένωση με κατακερματισμένες, ακόμα, βασικές αγορές, αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες στην οικονομική ανάπτυξη. Ταυτόχρονα όμως, διαφαίνεται μια ευκαιρία για την ευρωπαϊκή οικονομία, καθώς οι επενδυτές αυξάνουν τις τοποθετήσεις τους σε ευρωπαϊκά αξιόγραφα, κυρίως σε κρατικά ομόλογα και εταιρικά ομόλογα υψηλής διαβάθμισης. Η Ευρώπη δύναται επομένως να αναδειχθεί σε ένα σταθερό και ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο, με ενίσχυση του ρόλου του ευρώ ως διεθνούς αποθεματικού νομίσματος. Η αυξημένη ζήτηση ευρωπαϊκών αξιογράφων μπορεί να ενισχύσει τη ρευστότητα και τις δυνατότητες χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας, στηρίζοντας τις παραγωγικές επενδύσεις και τη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα. Όμως, για τη στρατηγική αξιοποίηση αυτής... Read More















