Η κυβερνοασφάλεια δεν είναι πλέον ένα τεχνικό ζήτημα που αφορά μόνο τα τμήματα πληροφορικής. Είναι θέμα επιχειρησιακής συνέχειας, οικονομικής ανθεκτικότητας και εμπιστοσύνης. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της νέας, 5ης παγκόσμιας έρευνας της Deloitte, «Global Future of Cyber», η οποία αποτυπώνει τις απαντήσεις περισσότερων από 1.000 στελεχών επιχειρήσεων και τεχνολογίας σε 43 χώρες. Τα ευρήματα της έκθεσης έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για την τοπική οικονομία της Πάτρας και της Δυτικής Ελλάδας. Σε μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εμπορικές δραστηριότητες, logistics, λιμενικές υποδομές, τουρισμός, υγεία, εκπαίδευση και δημόσιοι φορείς, η ψηφιακή ασφάλεια δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για να συνεχίσει μια επιχείρηση να λειτουργεί, ένας δήμος να εξυπηρετεί, ένα νοσοκομείο να προστατεύει δεδομένα και ένας πολίτης να συναλλάσσεται με εμπιστοσύνη. Σύμφωνα με την 5η παγκόσμια έρευνα της Deloitte για το μέλλον της κυβερνοασφάλειας, το 85% των συμμετεχόντων δηλώνει εμπιστοσύνη στη στρατηγική κυβερνοασφάλειας του οργανισμού του, όμως μόνο το 70% έχει εφαρμόσει τις σχετικές δράσεις σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό. Το κενό των 15 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει ότι η στρατηγική δεν μεταφράζεται πάντα σε επιχειρησιακή ετοιμότητα. Πηγή: Deloitte, The Global Future of Cyber Survey, 5th Edition Η Deloitte εντοπίζει πέντε «παράδοξα» που περιγράφουν με απλό τρόπο τη σημερινή πραγματικότητα. Το πρώτο είναι ότι οι οργανισμοί δηλώνουν υψηλή εμπιστοσύνη στη στρατηγική κυβερνοασφάλειας που ακολουθούν, όμως η πραγματική επιχειρησιακή ετοιμότητα συχνά υπολείπεται. Σύμφωνα με την έρευνα, το 85% των συμμετεχόντων δηλώνει ότι έχει αρκετή ή πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στη στρατηγική του οργανισμού του, ενώ το 70% αναφέρει ότι έχει εφαρμόσει σε μεγάλο ή πολύ μεγάλο βαθμό τις σχετικές δράσεις. Το κενό αυτό των 15 ποσοστιαίων μονάδων δείχνει ότι άλλο πράγμα είναι να υπάρχει σχέδιο και άλλο να έχει δοκιμαστεί στην πράξη. Για μια τοπική επιχείρηση, αυτό μπορεί να σημαίνει ότι διαθέτει antivirus, back-up ή πολιτική κωδικών, αλλά δεν έχει κάνει ποτέ άσκηση αντιμετώπισης περιστατικού. Για έναν φορέα, μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχουν διαδικασίες στα χαρτιά, αλλά όχι σαφής απάντηση στο ερώτημα: «Τι κάνουμε αν αύριο το πρωί δεν ανοίγουν τα συστήματά μας;». Το δεύτερο παράδοξο αφορά την απόσταση ανάμεσα στη διοίκηση και την καθημερινή λειτουργία. Η κυβερνοασφάλεια έχει πλέον μπει στην ατζέντα των διοικήσεων, όμως δεν έχει ενσωματωθεί παντού με την ίδια ένταση. Παραμένει πιο κοντά στο ΙΤ και στη διαχείριση κινδύνων, αλλά συχνά δεν συνδέεται επαρκώς με την εμπορική στρατηγική, την εξυπηρέτηση πελατών, την εφοδιαστική αλυσίδα, το ανθρώπινο δυναμικό ή την ανάπτυξη νέων υπηρεσιών. Αυτό είναι κρίσιμο για την αγορά της Πάτρας. Μια εμπορική επιχείρηση που επενδύει σε ηλεκτρονικές πωλήσεις, ένα ξενοδοχείο που διαχειρίζεται κρατήσεις και προσωπικά δεδομένα, ένας προμηθευτής που συνδέεται με μεγαλύτερες αλυσίδες ή ένας επαγγελματίας που χρησιμοποιεί cloud εφαρμογές δεν μπορεί να αντιμετωπίζει την κυβερνοασφάλεια ως «δουλειά του τεχνικού». Η ασφάλεια πρέπει να σχεδιάζεται μαζί με την ανάπτυξη. Το τρίτο παράδοξο αφορά τους προμηθευτές. Οι οργανισμοί θέλουν λιγότερους συνεργάτες για να μειώσουν την πολυπλοκότητα και το κόστος, αλλά στην πράξη χρειάζονται περισσότερους, καθώς οι απειλές, οι τεχνολογίες και οι λύσεις γίνονται πιο εξειδικευμένες. Η έρευνα καταγράφει ότι το 74% των συμμετεχόντων αναφέρει αύξηση των συνεργατών στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, ενώ ακόμη μεγαλύτερα ποσοστά αναμένουν περαιτέρω αύξηση τα επόμενα χρόνια. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αυτό δημιουργεί ένα πρακτικό δίλημμα. Από τη μία πλευρά, χρειάζονται εξωτερική τεχνογνωσία. Από την άλλη, κάθε νέος πάροχος, κάθε νέα πλατφόρμα και κάθε νέα διασύνδεση αυξάνει την ανάγκη για έλεγχο. Η επιλογή συνεργατών δεν πρέπει να γίνεται μόνο με βάση την τιμή, αλλά και με βάση την αξιοπιστία, τη συμμόρφωση, τη δυνατότητα υποστήριξης και τη διαφάνεια στη διαχείριση δεδομένων. Το 78% των οργανισμών που συμμετείχαν στην έρευνα ανέφερε τουλάχιστον ένα δημόσια δηλωμένο περιστατικό παραβίασης το 2025. Οι συχνότερες ανησυχίες συνδέονται με εγκληματικές ομάδες στον κυβερνοχώρο, ransomware, malware, διαρροή δεδομένων, επιθέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα και κακή χρήση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Πηγή: Deloitte, The Global Future of Cyber Survey, 5th Edition Το τέταρτο παράδοξο είναι ίσως το πιο ανησυχητικό: οι παραβιάσεις παραμένουν συχνές, όμως οι οργανισμοί φαίνεται να περιορίζουν καλύτερα τον επιχειρηματικό αντίκτυπο. Το 78% των συμμετεχόντων στην έρευνα ανέφερε τουλάχιστον ένα δημόσια δηλωμένο περιστατικό παραβίασης το 2025. Το μήνυμα είναι σαφές: το ζητούμενο δεν είναι μόνο να αποφύγει κανείς την επίθεση, αλλά να μπορεί να την εντοπίσει γρήγορα, να περιορίσει τη ζημιά και να επανέλθει σε κανονική λειτουργία. Αυτό αφορά άμεσα και τους πολίτες. Οι κυβερνοεπιθέσεις δεν πλήττουν μόνο μεγάλες εταιρείες. Μπορεί να επηρεάσουν την πρόσβαση σε υπηρεσίες, την προστασία προσωπικών δεδομένων, τις ηλεκτρονικές συναλλαγές, ακόμη και την καθημερινή επικοινωνία με δημόσιους και ιδιωτικούς οργανισμούς. Η ψηφιακή εμπιστοσύνη χτίζεται δύσκολα και χάνεται γρήγορα. Το πέμπτο παράδοξο σχετίζεται με τους προϋπολογισμούς. Η χρηματοδότηση της κυβερνοασφάλειας αυξάνεται, όμως το περιβάλλον κινδύνων αλλάζει ταχύτερα από τους κλασικούς οικονομικούς κύκλους. Το 85% των συμμετεχόντων αναφέρει ότι οι σχετικοί προϋπολογισμοί αυξήθηκαν σε ετήσια βάση, ενώ το 88% σχεδιάζει νέα αύξηση μέσα στους επόμενους 12 μήνες. Ωστόσο, η αύξηση των κονδυλίων από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται σωστή ιεράρχηση, σύνδεση με πραγματικούς κινδύνους και μέτρηση της απόδοσης των επενδύσεων. Για τις επιχειρήσεις της Πάτρας, το συμπέρασμα είναι πρακτικό: η κυβερνοασφάλεια δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έκτακτη δαπάνη μετά από ένα περιστατικό, αλλά ως μέρος του ετήσιου επιχειρηματικού σχεδιασμού. Όπως μια επιχείρηση ασφαλίζει τις εγκαταστάσεις της, οργανώνει τα λογιστικά της και προστατεύει την ταμειακή της ροή, έτσι πρέπει να προστατεύει και τα ψηφιακά της συστήματα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη κάνει την εικόνα ακόμη πιο σύνθετη. Από τη μία πλευρά, δίνει νέα εργαλεία άμυνας, αυτοματοποίησης και ανάλυσης κινδύνων. Από την άλλη, δημιουργεί νέες δυνατότητες για πιο πειστικές απάτες, πλαστά μηνύματα, επιθέσεις κοινωνικής μηχανικής και μαζική παραγωγή κακόβουλου περιεχομένου. Για τον πολίτη αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή σε μηνύματα, συνδέσμους, τηλεφωνικές απάτες και αιτήματα πληρωμών. Για την επιχείρηση σημαίνει ότι η εκπαίδευση του προσωπικού είναι εξίσου σημαντική με την τεχνολογία. Η ουσία της έκθεσης της Deloitte είναι ότι η κυβερνοασφάλεια περνά από τη φάση της πρόθεσης στη φάση της εφαρμογής. Δεν αρκεί μια επιχείρηση ή ένας φορέας να δηλώνει ότι λαμβάνει σοβαρά την ασφάλεια. Πρέπει να μπορεί να αποδείξει ότι γνωρίζει τους κινδύνους, έχει σχέδιο απόκρισης, εκπαιδεύει τους ανθρώπους του, ελέγχει τους συνεργάτες του και μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί ακόμη και όταν δεχθεί... Read More














