0 Comment
Μια πρόσφατη μελέτη του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), που δημοσιεύτηκε στις Αναλύσεις Επικαιρότητας 3/2025, ανατρέπει μια από τις πιο διαδεδομένες αντιλήψεις στην ελληνική κοινωνία: ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι απολαμβάνουν υψηλότερες αποδοχές σε σχέση με τους συναδέλφους τους στον ιδιωτικό τομέα. Με βάση τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για το 2022 και το 2023, η επιφανειακή εικόνα δείχνει πως ο μέσος καθαρός μηνιαίος μισθός στον δημόσιο τομέα είναι 8% υψηλότερος από αυτόν στον ιδιωτικό. Ωστόσο, αυτή η διαφορά εξηγείται σχεδόν αποκλειστικά από το γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν, κατά μέσο όρο, υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο, περισσότερα χρόνια προϋπηρεσίας και μεγαλύτερη ηλικία — χαρακτηριστικά που γενικά οδηγούν σε υψηλότερες απολαβές, ανεξαρτήτως τομέα. Όταν όμως οι ερευνητές συνέκριναν εργαζομένους με πανομοιότυπα χαρακτηριστικά, δηλαδή το λεγόμενο “μισθολογικό χάσμα”, η εικόνα αντιστράφηκε πλήρως. Σύμφωνα με τις δύο μεθοδολογίες που εφαρμόστηκαν (Mincer και Oaxaca–Blinder), το καθαρό ωρομίσθιο των εργαζομένων στο δημόσιο είναι κατά 13,3% έως 14,6% χαμηλότερο, ενώ το μηνιαίο εισόδημα είναι κατά 15,8% έως 18,6% χαμηλότερο από εκείνο στον ιδιωτικό τομέα. Το χάσμα αυτό διευρύνθηκε μεταξύ 2022 και 2023, ως αποτέλεσμα της αύξησης των κατώτατων μισθών στον ιδιωτικό τομέα — κάτι που δεν επηρέασε τον δημόσιο, όπου οι μισθοί παραμένουν αμετάβλητοι λόγω της κρατικής ρύθμισης. Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα αφορά τις γυναίκες και τους εργαζομένους με χαμηλή ή πολύ υψηλή εκπαίδευση. Σε αντίθεση με τις διεθνείς τάσεις —όπου αυτοί οι εργαζόμενοι ωφελούνται από τη σταθερότητα του δημοσίου— στην Ελλάδα φαίνεται να υφίστανται τη μεγαλύτερη ζημία. Οι κάτοχοι μόνο απολυτηρίου Γυμνασίου στο δημόσιο λαμβάνουν 35,3% χαμηλότερο μισθό από τους αντίστοιχους στον ιδιωτικό τομέα, ενώ οι κάτοχοι μεταπτυχιακών ή διδακτορικών τίτλων έχουν 33,3% χαμηλότερες αποδοχές. Η στασιμότητα στους μισθούς του δημοσίου οφείλεται εν μέρει στη μεγάλη καθυστέρηση προσαρμογής τους στις αλλαγές της οικονομίας. Σε αντίθεση με τον ιδιωτικό τομέα, όπου οι αυξομειώσεις στην απασχόληση και στην παραγωγικότητα επηρεάζουν άμεσα τις αμοιβές, το δημόσιο λειτουργεί με διοικητικά καθορισμένους μισθούς και μισθολογικές κλίμακες που σπάνια αναπροσαρμόζονται. Η μελέτη του ΚΕΠΕ φωτίζει ένα κρίσιμο ζήτημα δημόσιας πολιτικής: οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα δεν αμείβονται καλύτερα για τα ίδια προσόντα και εμπειρία, παρά την ευρέως διαδεδομένη αντίληψη του αντιθέτου. Αντιθέτως, υστερούν σημαντικά, γεγονός που ενδέχεται να έχει συνέπειες τόσο στην ελκυστικότητα του δημόσιου τομέα για καταρτισμένους επαγγελματίες όσο και στη λειτουργικότητα του ίδιου του κράτους.














