Γράφει ο Ιωάννης Π. Κόκκορης, Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος, Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν ένα διαχρονικό φαινόμενο για τη χώρα μας. Υπήρχαν στο παρελθόν, υπάρχουν σήμερα και θα συνεχίσουν να υπάρχουν και στο μέλλον. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν θα εκδηλωθεί μια πυρκαγιά, αλλά το πότε και υπό ποιες συνθήκες αυτή θα εξελιχθεί σε μια ανεξέλεγκτη καταστροφή. Στην Ελλάδα, το βασικό πρόβλημα δεν εντοπίζεται τόσο στην αντιμετώπιση μετά την εκδήλωση μιας πυρκαγιάς, όσο στην έλλειψη ολοκληρωμένης και συστηματικής πρόληψης. Μετά από κάθε πυρκαγιά, οι αρμόδιες υπηρεσίες κινητοποιούνται και εφαρμόζουν συγκεκριμένα πρωτόκολλα. Πραγματοποιούνται αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, με στόχο την προστασία του εδάφους και των γύρω περιοχών από τα φαινόμενα που συνήθως ακολουθούν, όπως οι έντονες βροχοπτώσεις και οδηγούν σε διαβρώσεις και πλημμύρες. Πρόκειται για διαδικασίες / έργα και θεσμικές παρεμβάσεις, που εφαρμόζονται με αυστηρούς κανόνες, χρονικά και χωρικά. Ωστόσο, η έμφαση παραμένει κυρίως στην αποκατάσταση και λιγότερο στην πρόληψη και στην ανθεκτικότητα. Το βασικό έλλειμμα εντοπίζεται στο γεγονός ότι η χώρα δεν έχει υιοθετήσει πλήρως ένα ισορροπημένο μοντέλο διαχείρισης των πυρκαγιών (ακριβολογώντας, διαχείρισης του ίδιου του δάσους και των δασικών εκτάσεων), το οποίο θα βασίζεται σε ποσοστό 50% στην πρόληψη και 50% στην καταστολή. Στην πράξη, η καταστολή απορροφά το μεγαλύτερο μέρος των πόρων και της προσοχής, ενώ η πρόληψη παραμένει αποσπασματική και μέχρι σήμερα ανεπαρκής. Εγκατάλειψη της υπαίθρου Ένας από τους σημαντικότερους λόγους για αυτή την κατάσταση είναι η εγκατάλειψη της υπαίθρου (κάτι που προφανώς δεν μπορεί βραχυπρόθεσμα να αλλάξει). Στο παρελθόν, οι τοπικοί πληθυσμοί διαδραμάτιζαν καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση των δασών. Οι άνθρωποι ζούσαν και εργάζονταν κοντά στη φύση, καθάριζαν τα δάση, απομάκρυναν την περίσσεια βιομάζα και διατηρούσαν μια φυσική ισορροπία. Σήμερα, με τη μαζική μετακίνηση προς τα αστικά κέντρα, πολλές αγροτικές και οι περισσότερες δασικές περιοχές έχουν εγκαταλειφθεί. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση μεγάλης ποσότητας καύσιμης ύλης, με την αυξημένη αυτή βιομάζα να λειτουργεί ως «πυροκροτητής»: ακόμη και ένα μικρό περιστατικό μπορεί να εξελιχθεί γρήγορα σε μεγάλη πυρκαγιά. Σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες θερμοκρασίες και τις παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας, δημιουργείται ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο περιβάλλον. Το πρόβλημα επιτείνεται, αφού ταυτόχρονα κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, οι δομημένες αστικές και περιαστικές εκτάσεις «εισβάλλουν» στα φυσικά οικοσυστήματα, δημιουργώντας ζώνες μίξης δασών-οικισμών, ως αποτέλεσμα γνωστών παθογενειών του χωρικού σχεδιασμού. Παράλληλα, οι συνθήκες παρατεταμένης ξηρασίας και υποχώρησης προς τα μεγαλύτερα υψόμετρα της ζώνης του χιονιού, σε συνδυασμό με την αλλαγή του μικροκλίματος, επιδείνωσαν τις συνθήκες εκδήλωσης μιας πυρκαγιάς. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι περιπτώσεις του Φενεού και του Πάρνωνα, όπου κάηκαν δασικές εκτάσεις με ορεινά κωνοφόρα (ελατοδάση και δάση μαύρης πεύκης, αντίστοιχα), που υπό τις μέχρι τώρα γνωστές κλιματικές συνθήκες δεν θα ήταν τόσο ευάλωτες. Ταυτόχρονα, η εξάπλωση εντόμων που προσβάλλουν τα δάση επιδεινώνει την κατάσταση, καθώς αποδυναμώνει και νεκρώνει τα δέντρα, καθιστώντας τα πιο ευάλωτα και στη φωτιά. Όμως πλέον αυτές είναι οι τρέχουσες συνθήκες, για τις οποίες οι επιστήμονες έχουν από καιρό προειδοποιήσει. Αυτά τα φαινόμενα δεν είναι μεμονωμένα, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κλιματικής αλλαγής και ετεροχρονισμένης απόκρισης – προσαρμογής της ενεργούς διαχείρισης στις νέες κοινωνικο-οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Η διαχείριση της βιομάζας, στην ουσία η ολοκληρωμένη διαχείριση των δασών, αποτελεί, επομένως, κρίσιμο παράγοντα για την πρόληψη και την ανθεκτικότητά τους. Ωστόσο, πρόκειται για μια ιδιαίτερα απαιτητική διαδικασία, τόσο σε επίπεδο οργάνωσης όσο και σε επίπεδο χρηματοδότησης και υλοποίησης στο πεδίο. Αν και τα τελευταία χρόνια έχουν αυξηθεί οι διαθέσιμοι πόροι για τη διαχείριση των δασών, η υλοποίηση των απαραίτητων έργων παραμένει δύσκολη. Οι εκτάσεις είναι τεράστιες, συχνά δυσπρόσιτες και οι αρμόδιες υπηρεσίες, όπως η Δασική Υπηρεσία, δεν διαθέτουν πάντα την απαιτούμενη στελέχωση και τα μέσα, παρόλο που το επίπεδο εμπειρίας και κατάρτισης κρίνεται υψηλότατο. Κατακερματισμός αρμοδιοτήτων Ένα ακόμη σημαντικό πρόβλημα είναι ο κατακερματισμός των αρμοδιοτήτων. Η διαχείριση των κονδυλίων και των δράσεων γίνεται από διαφορετικούς φορείς, γεγονός που οδηγεί σε ασυνέχειες και αναποτελεσματικότητα. Η ύπαρξη ενός ενιαίου συστήματος, το οποίο θα κατανέμει τους πόρους με βάση τις πραγματικές ανάγκες και τις προτεραιότητες κάθε περιοχής, θα μπορούσε να βελτιώσει σημαντικά την κατάσταση. Στο πλαίσιο αυτό, τίθεται και το ζήτημα του ρόλου των αρμόδιων υπουργείων. Το Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας έχει κυρίως συντονιστικό ρόλο, ενώ η Δασική Υπηρεσία, που υπάγεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, έχει τον κύριο λόγο της αδειοδότησης και υλοποίησης. Αυτή η διάκριση δημιουργεί συχνά επικαλύψεις και ασάφειες ως προς τις αρμοδιότητες. Μια πιο ξεκάθαρη δομή διακυβέρνησης, ενδεχομένως με τη δημιουργία ενός ενιαίου φορέα για την πρόληψη και αντιμετώπιση των πυρκαγιών ή ιδανικά της ολοκληρωμένης διαχείρισης του συνόλου της Ελληνικής υπαίθρου, θα μπορούσε να αποτελέσει παράγοντα πραγματικής αλλαγής. Παράλληλα, σημαντική εξέλιξη αποτελεί η εκπόνηση διαχειριστικών μελετών για τα δάση της χώρας. Οι μελέτες αυτές θα καθορίσουν ποιες περιοχές χρειάζονται παρεμβάσεις, ποιες είναι πιο ευάλωτες και ποια μέτρα πρέπει να ληφθούν, σε όλον τον κύκλο λειτουργίας ενός δάσους. Στόχος είναι η δημιουργία πιο ανθεκτικών δασικών οικοσυστημάτων, τα οποία θα μπορούν να ανταπεξέλθουν καλύτερα σε ακραία φαινόμενα, ενώ ταυτόχρονα να είναι και παραγωγικά, συμβάλλοντας στην τοπική και εθνική οικονομία. Τα ακαθάριστα οικόπεδα Η πρόληψη, ωστόσο, δεν αφορά μόνο στις δημόσιες πολιτικές. Αφορά και στην καθημερινή πρακτική όλων μας. Η υποχρέωση καθαρισμού των οικοπέδων και των χωραφιών αποτελεί ένα σημαντικό μέτρο προς αυτή την κατεύθυνση. Ιδιαίτερα στις περιοχές που βρίσκονται κοντά σε αστικό ιστό, ο καθαρισμός της βλάστησης μπορεί να αποτρέψει την έναρξη ή την εξάπλωση μιας πολύ δύσκολης στην αντιμετώπιση πυρκαγιάς της ζώνης μίξης δασών-οικισμών. Το ζήτημα, όμως, είναι η πρακτική εφαρμογή αυτών των μέτρων. Η επιβολή προστίμων δεν είναι απαραίτητα η πιο αποτελεσματική λύση, αν δεν συνοδεύεται από ενημέρωση, υποστήριξη και έλεγχο. Απαιτείται μια συνολική προσέγγιση, που θα ενθαρρύνει τη συμμετοχή των πολιτών και θα δημιουργεί μια κουλτούρα πρόληψης. Μια κουλτούρα για την αξία της προστασίας ενός κοινού αγαθού, που έχει μεγαλύτερη αξία και επίπτωση αν καταστραφεί, που την καταλαβαίνουμε, δυστυχώς, μόνο όταν πλήττει εμάς ή τα περιουσιακά μας στοιχεία. Και στην περίπτωση αυτή, όμως τα σωστά διαχειριζόμενα, ανθεκτικά δάση που θα εφάπτονται με τις περιοχές αυτές, θα είναι λιγότερο ευάλωτα στην εξέλιξη μιας πυρκαγιάς σε καταστροφικό φαινόμενο. Αποκατάστασης, πρόληψη και ανθεκτικότητα Ένα ακόμη κρίσιμο θέμα είναι η αποκατάσταση... Read More














