Στο 15ο Forum Ενέργειας, ο Ιωάννης Στεφάνου, Partner και Επικεφαλής Ενέργειας στη Grant Thornton, παρουσίασε μια εκτενή ανάλυση για την ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας, τονίζοντας ότι η χώρα βρίσκεται σε μια κρίσιμη φάση πράσινης μετάβασης, με προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες για τη σταθερότητα και βιωσιμότητα του ενεργειακού συστήματος. Η πράσινη μετάβαση εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της σύγχρονης εποχής, με τον ενεργειακό τομέα να βρίσκεται στο επίκεντρο ραγδαίων αλλαγών. Όπως παρουσιάζεται στην έκθεση, μια σειρά από παγκόσμιες τάσεις διαμορφώνουν το νέο ενεργειακό τοπίο έως το 2030. Οι επιπτώσεις του πολέμου Ο κ. Στεφάνου παρουσίασε έναν χαρακτηριστικό πίνακα, σύμφωνα με τον οποίο οι διεθνείς τιμές ενέργειας λόγω της υπάρχουσας γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή παρουσιάζουν έντονες αυξήσεις και υψηλή μεταβλητότητα και κατ’ επέκταση επηρεάζουν άμεσα την παγκόσμια οικονομία. Το πετρέλαιο κατέγραψε άνοδο της τάξης του +40–50%, ανεβαίνοντας από περίπου 60–70 δολάρια σε επίπεδα άνω των 100 δολαρίων ανά βαρέλι, κυρίως λόγω φόβων για διακοπή της προσφοράς. Κεντρικός παράγοντας αυτού του κινδύνου είναι τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου, γεγονός που τα καθιστά κρίσιμο σημείο για τη σταθερότητα της αγοράς. Η αύξηση αυτή μεταφέρεται άμεσα και στα καύσιμα, με τη βενζίνη και το ντίζελ να ακριβαίνουν κατά +20–40%, ενώ το ντίζελ επηρεάζεται περισσότερο λόγω περιορισμών στη διύλιση και στο εμπόριο. Παράλληλα, το φυσικό αέριο χαρακτηρίζεται από έντονη μεταβλητότητα, με τις τιμές να μπορούν να φτάσουν ακόμη και στο διπλάσιο σε αγορές που βρίσκονται υπό πίεση, ιδιαίτερα στην Ευρώπη και την Ασία. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, μια τέτοια εξέλιξη προσθέτει περίπου 0,5–1 ποσοστιαία μονάδα στον παγκόσμιο πληθωρισμό, επιβαρύνει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών και αυξάνει τον κίνδυνο ύφεσης, ειδικά εάν η κρίση παραταθεί. Οι αυξήσεις στην ενέργεια μετακυλίονται σε ολόκληρη την οικονομία, επηρεάζοντας το κόστος μεταφορών, παραγωγής και βασικών αγαθών, οδηγώντας τελικά σε ευρύτερη ακρίβεια στην καθημερινότητα. Οι επιπτώσεις αυτές δεν περιορίζονται μόνο στον ενεργειακό τομέα, αλλά επηρεάζουν και τη συνολική οικονομία, ενισχύοντας τον πληθωρισμό και αυξάνοντας τον κίνδυνο ύφεσης. Οι προκλήσεις της πράσινης μετάβασης Προηγουμένως ο κ. Στεφάνου είχε τονίσει ότι η κλιματική αλλαγή αποτελεί ήδη απτή πραγματικότητα, με ακραία καιρικά φαινόμενα, καύσωνες και λειψυδρία να επηρεάζουν ολοένα και περισσότερο τις κοινωνίες. Παράλληλα, εντείνεται ο ανταγωνισμός μεταξύ κρατών για την εξασφάλιση ενεργειακών πόρων, όπως το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και οι σπάνιες γαίες, οδηγώντας σε νέες επενδύσεις και γεωπολιτικές εντάσεις. Την ίδια στιγμή, το κόστος της ενεργειακής μετάβασης αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα, καθώς απαιτείται δίκαιη κατανομή ώστε να διατηρηθεί η κοινωνική και οικονομική ισορροπία. Οι πολιτικές εξελίξεις και οι διεθνείς συγκρούσεις, όπως αυτές στην Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή, ενισχύουν τη μεταβλητότητα στις τιμές ενέργειας και επηρεάζουν τις ενεργειακές ροές. Σημαντικό ρόλο, όπως σημείωσε, παίζουν και οι τεχνολογικές εξελίξεις. Καινοτόμες λύσεις, όπως η αποθήκευση ενέργειας, το υδρογόνο και τα συνθετικά καύσιμα, διαμορφώνουν ένα νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον απέναντι στα παραδοσιακά καύσιμα, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να μετασχηματίσει τη λειτουργία των ενεργειακών συστημάτων. Αυξανόμενη ζήτηση και μεταβαλλόμενη αγορά ηλεκτρικής ενέργειας Σύμφωνα με τα στοιχεία της παρουσίασης, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά έως το 2050, καθιστώντας αναγκαίο τον έγκαιρο σχεδιασμό υποδομών και πολιτικών. Στην ελληνική αγορά, η αυξημένη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, ιδιαίτερα των φωτοβολταϊκών, έχει ήδη επιφέρει σημαντικές αλλαγές. Οι τιμές στην προημερήσια αγορά εμφανίζουν έντονες διακυμάνσεις, με φαινόμενα ακόμη και αρνητικών τιμών να καταγράφονται για πρώτη φορά το 2025. Προκλήσεις από την ανάπτυξη των ΑΠΕ Σημαντικές προκλήσεις προκύπτουν και από τη λειτουργία του ίδιου του ενεργειακού συστήματος. Η αυξημένη παραγωγή από ΑΠΕ οδηγεί σε μείωση του υπολειπόμενου φορτίου, περιορίζοντας τη βιωσιμότητα των συμβατικών μονάδων παραγωγής. Ταυτόχρονα, η υπερπαραγωγή ενέργειας σε περιόδους χαμηλής ζήτησης οδηγεί σε αυξημένες «περικοπές» ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές. Σε αυτό το περιβάλλον, η αποθήκευση ενέργειας αναδεικνύεται σε κρίσιμο εργαλείο για την εξισορρόπηση του συστήματος, με τα πρώτα έργα να αναμένονται άμεσα και τους μακροπρόθεσμους στόχους να είναι ιδιαίτερα φιλόδοξοι. Παρά τις εξελίξεις αυτές, μια σειρά από κρίσιμα ζητήματα παραμένουν ανοιχτά, όπως η επάρκεια της ζήτησης, η βιωσιμότητα των επενδύσεων, η κατανομή του κόστους της μετάβασης και ο ρόλος των νέων μηχανισμών αγοράς. Η επιτυχία της πράσινης μετάβασης, όπως ξεκαθάρισε ο ίδιος, θα εξαρτηθεί τελικά από την ισορροπία μεταξύ τεχνολογικής καινοτομίας, επενδύσεων και αποτελεσματικής πολιτικής, σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από διαρκείς αλλαγές και αυξανόμενες προκλήσεις.
















