Η πρόσφατη έγκριση της πλατφόρμας IsZEB Certify -ΠΕΑ από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας φέρνει στο προσκήνιο μια ευρύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ενεργειακή αξιολόγηση κτηρίων στην Ελλάδα. Δεν πρόκειται για μια απλή τεχνολογική προσθήκη, αλλά για ένδειξη της σταδιακής μετάβασης από απομονωμένα εργαλεία υπολογισμού σε πιο ολοκληρωμένα ψηφιακά συστήματα που συνδυάζουν πολλαπλές λειτουργίες. Η συγκεκριμένη πλατφόρμα αναπτύχθηκε από το cluster IsZEB, στο οποίο συμμετέχουν τόσο ιδιωτικές εταιρείες όσο και ερευνητικοί φορείς, μεταξύ των οποίων το Εθνικό Κέντρο Έρευνας και Τεχνολογικής Ανάπτυξης, γεγονός που αποτυπώνει ένα μοντέλο σύμπραξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα χωρίς όμως να πρόκειται για κρατικό εργαλείο. Στην πράξη, η λειτουργία της δεν ανατρέπει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο. Το βασικό εργαλείο για την έκδοση Πιστοποιητικών Ενεργειακής Απόδοσης παραμένει το λογισμικό του Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας (ΤΕΕ-ΚΕΝΑΚ), πάνω στο οποίο στηρίζονται οι σχετικοί υπολογισμοί. Η νέα πλατφόρμα αξιοποιεί την ίδια υπολογιστική βάση, προσφέροντας ωστόσο ένα διαφορετικό περιβάλλον χρήσης και επιπλέον δυνατότητες. Η έγκριση από το ΥΠΕΝ σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί νόμιμα για τις ίδιες διαδικασίες, χωρίς να καθίσταται υποχρεωτική για τους επαγγελματίες, λειτουργώντας έτσι ως εναλλακτική επιλογή εντός του ίδιου πλαισίου. Η ουσιαστική διαφοροποίηση εντοπίζεται στην ενοποίηση λειτουργιών. Πέρα από την ενεργειακή κατάταξη, η πλατφόρμα ενσωματώνει τον υπολογισμό του Δείκτη Ευφυούς Ετοιμότητας (SRI) και δυνατότητες πιστοποίησης σύμφωνα με το πρότυπο IsZEB. Αυτή η εξέλιξη, αν και σε πρώιμο στάδιο ως προς τη ζήτηση, υποδηλώνει μια μετατόπιση του ρόλου των μηχανικών: από την εκτέλεση τυπικών υπολογισμών προς την παροχή πιο σύνθετων υπηρεσιών αξιολόγησης, που συνδέονται όχι μόνο με την ενεργειακή απόδοση αλλά και με την «ευφυΐα» και τη συνολική λειτουργικότητα των κτηρίων. Ωστόσο, η πρακτική σημασία αυτών των δυνατοτήτων εξαρτάται από τις συνθήκες της αγοράς. Σε περιπτώσεις περιορισμένου όγκου εργασιών, τα υφιστάμενα εργαλεία επαρκούν και η μετάβαση δεν είναι απαραίτητη. Αντίθετα, σε μεγαλύτερα τεχνικά γραφεία ή έργα με αυξημένες απαιτήσεις, η αυτοματοποίηση και η ενοποίηση διαδικασιών μπορεί να συμβάλουν στη βελτίωση της παραγωγικότητας και στη μείωση του χρόνου διεκπεραίωσης. Σε επίπεδο αγοράς ακινήτων, η εισαγωγή δεικτών όπως ο SRI συνδέεται με τις ευρωπαϊκές κατευθύνσεις για «έξυπνα» και ενεργειακά αποδοτικά κτήρια. Αν και σήμερα η επίδρασή τους στις συναλλαγές παραμένει περιορισμένη, εκτιμάται ότι σταδιακά θα επηρεάσουν την αποτίμηση ακινήτων, ιδιαίτερα σε περιβάλλον όπου τα κριτήρια βιωσιμότητας και ενεργειακής απόδοσης αποκτούν αυξανόμενη σημασία για επενδυτές και χρηματοδοτικούς φορείς. Σε αυτό το πλαίσιο, κτήρια με υψηλότερη ενεργειακή και ψηφιακή απόδοση ενδέχεται να αποκτήσουν συγκριτικό πλεονέκτημα. Παράλληλα, δεν θα πρέπει να παραγνωρίζονται οι περιορισμοί. Η καθιερωμένη χρήση υφιστάμενων λογισμικών από τους μηχανικούς, η μη υποχρεωτική εφαρμογή νέων δεικτών και η ακόμη περιορισμένη ζήτηση από την αγορά λειτουργούν ως παράγοντες επιβράδυνσης της υιοθέτησης. Επιπλέον, η μετάβαση σε ψηφιακές πλατφόρμες ενδέχεται να συνεπάγεται λειτουργικές προσαρμογές και κόστη, τα οποία αξιολογούνται διαφορετικά ανάλογα με το μέγεθος και τη δραστηριότητα κάθε γραφείου. Συνολικά, η ανάπτυξη και θεσμική αναγνώριση εργαλείων όπως το IsZEB Certify δεν μεταβάλλει άμεσα τους κανόνες του παιχνιδιού, αλλά αποτυπώνει μια σαφή κατεύθυνση: την ενσωμάτωση περισσότερων δεδομένων, τη διεύρυνση των υπηρεσιών ενεργειακής αξιολόγησης και τη σταδιακή σύνδεση της τεχνικής απόδοσης των κτηρίων με την οικονομική τους αξία. Για τους επαγγελματίες του κλάδου, το ζητούμενο δεν είναι η άμεση αντικατάσταση των υφιστάμενων εργαλείων, αλλά η εκτίμηση του κατά πόσο τέτοιες λύσεις μπορούν να ενισχύσουν την αποδοτικότητα και να ανοίξουν νέα πεδία δραστηριότητας σε μια αγορά που εξελίσσεται.














