0 Comment
Η ελληνική αγορά εργασίας βρίσκεται σε μια κρίσιμη καμπή. Από τις καφετέριες και τα ξενοδοχεία έως τα χωράφια και τα εργοτάξια, οι επιχειρήσεις αναζητούν προσωπικό, συχνά χωρίς επιτυχία. Οι αγγελίες που «κοσμούν» βιτρίνες, όπως αυτή που αποτυπώνεται στη φωτογραφία, αποκαλύπτουν την αγωνία των επιχειρήσεων να στελεχωθούν, όχι μόνο ενόψει καλοκαιρινής σεζόν αλλά και διαρκώς. Το πρόβλημα είναι πλέον διαρθρωτικό: η ανεργία συνυπάρχει με δεκάδες χιλιάδες κενές θέσεις, αποκαλύπτοντας το χάσμα μεταξύ προσόντων και αναγκών της παραγωγής. Πρόσφατη έρευνα της Adecco Ελλάδος και του Ελληνικού Παρατηρητηρίου του LSE αποτυπώνει αυτή τη δυσαρμονία: οι μικρές επιχειρήσεις δεν μπορούν να εντάξουν νέους χωρίς εμπειρία, η σύνδεση προσόντων και αμοιβών είναι ασθενής και οι προοπτικές μισθολογικής ανέλιξης περιορισμένες. Η τουριστική περίοδος του 2025 ξεκίνησε με 80.000 ακάλυπτες θέσεις – φαινόμενο που δεν περιορίζεται πια μόνο στην εποχικότητα. Αντίστοιχες ελλείψεις παρατηρούνται στην οικοδομή, στην αγροτική παραγωγή και στα τεχνικά επαγγέλματα. Η κυριαρχία της προϋπηρεσίας ως βασικού κριτηρίου πρόσληψης και η χαμηλή αποτίμηση ακόμη και διεθνών εμπειριών (όπως δείχνει η διστακτικότητα προς το brain regain) υπονομεύουν τη δυνατότητα ένταξης νέων ανθρώπων στην εργασία. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Η χώρα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο και μια στρατηγική κατάρτισης προσανατολισμένη στη ζήτηση. Η στροφή στην επαγγελματική και τεχνική εκπαίδευση είναι καίριας σημασίας. Ακόμη και ο Ντόναλντ Τραμπ, μέσα στις αντιφάσεις του, πρότεινε πρόσφατα να αφαιρεθούν χορηγίες από το Χάρβαρντ και να επενδυθούν σε τεχνικές σχολές, επισημαίνοντας: «Σκέφτομαι να αφαιρέσω τα τρία δισεκατομμύρια δολάρια χορηγιών από το πολύ αντισημιτικό Χάρβαρντ και να τα δώσω σε τεχνικές σχολές, σε όλη τη χώρα. Τι μεγάλη επένδυση θα ήταν αυτό για τις ΗΠΑ και πόσο πολύ το χρειαζόμαστε!». Η Ελλάδα χρειάζεται να επενδύσει στους ανθρώπους της. Να ενισχύσει τα δημόσια ΙΕΚ, να θεσμοθετήσει πρακτική άσκηση ως οργανικό μέρος των σπουδών, να επιδοτήσει την πρόσληψη νέων χωρίς εμπειρία, και να στηρίξει έμπρακτα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Η πράσινη και ψηφιακή μετάβαση δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό – και οι δείκτες δείχνουν ότι ακόμα και σήμερα μόλις 25% των επιχειρήσεων επενδύουν σε σχετική κατάρτιση. Η αναβάθμιση της επαγγελματικής εκπαίδευσης, η αναγνώριση της αξίας της εργασίας –ειδικά των χειρωνακτικών επαγγελμάτων– και η ενίσχυση του κοινωνικού κύρους των τεχνικών δεξιοτήτων, αποτελούν τον μόνο ρεαλιστικό δρόμο για μια αγορά εργασίας που θα υπηρετεί την ανάπτυξη, τη δικαιοσύνη και την αξιοπρέπεια.














