Του Παναγιώτη Γιαλένιου, εκδότη του «Συμβούλου Επιχειρήσεων» Το μανιφέστο για την «Κυβερνώσα Αριστερά της Νέας Εποχής» επιχειρεί κάτι φιλόδοξο: να ενώσει τρία ιστορικά ρεύματα-τη σοσιαλδημοκρατία, τη ριζοσπαστική Αριστερά και την πολιτική οικολογία-σε ένα νέο πολιτικό υποκείμενο. Πρόκειται για μια προσπάθεια υπέρβασης των υπαρχόντων κομματικών σχημάτων και ταυτόχρονα για μια απάντηση στην κρίση εκπροσώπησης του προοδευτικού χώρου. Το ερώτημα όμως παραμένει: είναι αυτή η σύνθεση ρεαλιστική ή απλώς καλοδιατυπωμένη; Σε επίπεδο αξιών, το κείμενο είναι σαφές και συνεκτικό. Υπερασπίζεται την εργασία, το κοινωνικό κράτος, τα δημόσια αγαθά και τη δημοκρατία. Στέκεται απέναντι στις ανισότητες, τα ολιγοπώλια και τον αυταρχισμό. Σε αυτό το επίπεδο, συγκλίνει τόσο με τις βασικές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ όσο και με εκείνες της Νέας Αριστεράς, ενώ δεν απέχει δραματικά ούτε από τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατική γραμμή του ΠΑΣΟΚ. Η μεγάλη του δύναμη είναι ότι αποτυπώνει με καθαρότητα το “γιατί” μιας νέας προοδευτικής πολιτικής. Όμως η πολιτική δεν κρίνεται μόνο στο “γιατί”, αλλά κυρίως στο “πώς”. Και εδώ αρχίζουν οι δυσκολίες. Το μανιφέστο μιλά για σύνθεση μεταρρύθμισης και ρήξης. Αλλά η ιστορία της ευρωπαϊκής Αριστεράς δείχνει ότι αυτά τα δύο δεν συνυπάρχουν εύκολα. Η σοσιαλδημοκρατία βασίζεται στη ρύθμιση της αγοράς. Η ριζοσπαστική Αριστερά στη σύγκρουση μαζί της. Η οικολογία θέτει όρια στην ίδια την έννοια της ανάπτυξης. Το κείμενο επιλέγει να μην λύσει αυτή την ένταση, αλλά να την παρακάμψει με μια γενική αναφορά στη “σύνθεση”. Το αποτέλεσμα είναι πολιτικά κομψό, αλλά στρατηγικά ασαφές. Ακόμη πιο κρίσιμο είναι το ζήτημα της εφαρμογής. Προτάσεις όπως το 35ωρο, η ισχυρή αναδιανομή, ο δημόσιος έλεγχος βασικών τομέων είναι σαφώς αριστερές. Όμως απουσιάζει η καθαρή απάντηση στο κόστος: ποιος πληρώνει, πώς αντιδρούν οι αγορές, ποια είναι τα όρια μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Χωρίς αυτά, ο ριζοσπαστισμός κινδυνεύει να μείνει χωρίς αντίκρισμα. Το ίδιο ισχύει και στο πολιτικό επίπεδο. Το μανιφέστο καλεί σε μια νέα ενιαία δύναμη, αλλά δεν ξεκαθαρίζει τη μορφή της. Θα είναι νέο κόμμα; Συμμαχία; Μετασχηματισμός του ΣΥΡΙΖΑ; Χωρίς απάντηση, η “κυβερνώσα Αριστερά” παραμένει περισσότερο ιδέα παρά πολιτικό σχέδιο. Αυτό ακριβώς είναι και το σημείο όπου θα δοκιμαστεί στην πράξη. Γιατί αν επιχειρηθεί πραγματική σύγκλιση ΣΥΡΙΖΑ, Νέας Αριστεράς και σοσιαλδημοκρατικού χώρου, οι αντιφάσεις θα εμφανιστούν άμεσα. Στη στάση απέναντι στην αγορά. Στον βαθμό σύγκρουσης με την Ευρώπη. Στην προτεραιότητα μεταξύ ριζοσπαστισμού και κυβερνησιμότητας. Εκεί όπου σήμερα υπάρχει θεωρητική σύγκλιση, αύριο θα υπάρξει πολιτική επιλογή. Το μανιφέστο, λοιπόν, δεν είναι αμελητέο. Αντίθετα, είναι ίσως η πιο σοβαρή προσπάθεια των τελευταίων ετών να επαναδιατυπωθεί μια ενιαία προοδευτική πρόταση. Αλλά δεν είναι ακόμη πρόγραμμα εξουσίας. Είναι ένα πλαίσιο, ένα αφήγημα, μια βάση διαλόγου. Και τελικά, αυτό είναι και το πραγματικό του στοίχημα: αν μπορεί να μετατραπεί από μια ευγενή, προσεκτική σύνθεση ιδεών σε μια καθαρή πολιτική επιλογή με κόστος, συγκρούσεις και συγκεκριμένο δρόμο διακυβέρνησης. Γιατί χωρίς αυτά, καμία “Κυβερνώσα Αριστερά” δεν μπορεί να κυβερνήσει. Οδοιπόρος επάνω από τη θάλασσα της ομίχλης (1818), του Caspar David Friedrich.Μπροστά στην ομίχλη του μέλλοντος, η πολιτική καλείται να αποφασίσει: θα χαράξει δρόμο ή θα αρκεστεί στο να την παρατηρεί. Η «Κυβερνώσα Αριστερά» στέκεται στο ύψος της φιλοδοξίας της, αλλά ακόμη αναζητά το μονοπάτι που θα τη μετατρέψει από όραμα σε πράξη.














