Σε μια περίοδο που η Γάζα βιώνει μια από τις πιο εκτεταμένες ανθρωπιστικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών, με διεθνείς οργανισμούς να μιλούν ανοιχτά για «μαζική πείνα» και κατάρρευση των βασικών δομών ζωής, η Γαλλία αναλαμβάνει μια ιστορική διπλωματική πρωτοβουλία: ο Πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν ανακοίνωσε πως προτίθεται να αναγνωρίσει επισήμως το κράτος της Παλαιστίνης τον Σεπτέμβριο, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ. Η δήλωση αυτή δεν αποτελεί κεραυνό εν αιθρία. Ήδη 147 χώρες μέλη των Ηνωμένων Εθνών έχουν αναγνωρίσει το παλαιστινιακό κράτος – μεταξύ αυτών και κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως η Ισπανία, η Σλοβενία, η Ιρλανδία και η Σουηδία. Ωστόσο, το ειδικό βάρος της Γαλλίας, μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας και κεντρικού πυλώνα της ΕΕ, καθιστά αυτή την πρωτοβουλία διπλωματικά βαρύνουσα. Είναι επίσης η πρώτη χώρα της G7 που προχωρά σε τέτοιο βήμα, αψηφώντας την ισχυρή αντίθεση όχι μόνο από το Ισραήλ, αλλά και από τις Ηνωμένες Πολιτείες, υπό την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος έχει υιοθετήσει σκληρή στάση ευθυγραμμισμένη με τον πρωθυπουργό Νετανιάχου. Ένα διπλωματικό μήνυμα με πολλαπλούς αποδέκτες Η κίνηση Μακρόν ερμηνεύεται ως προσπάθεια να σταλεί ένα ισχυρό μήνυμα πως η ειρήνη δεν μπορεί να έρθει χωρίς πολιτική αναγνώριση των Παλαιστινίων. Όπως δήλωσε ο ίδιος, «η αναγνώριση είναι προϋπόθεση για την ειρήνη». Σε αυτό το πλαίσιο, η Γαλλία επιθυμεί να ενισχύσει τη διπλωματική πίεση τόσο προς το Ισραήλ όσο και προς την Ουάσιγκτον, ενώ ταυτόχρονα διαφοροποιείται από την πιο «υποτονική» κοινή ευρωπαϊκή στάση. Η πρωτοβουλία της έρχεται σε μια στιγμή όπου η ανθρωπιστική καταστροφή στη Γάζα κορυφώνεται. ΟΗΕ και διεθνείς ΜΚΟ περιγράφουν μια εφιαλτική κατάσταση: κατάρρευση των υγειονομικών δομών, έλλειψη βασικών αγαθών, λιμός. Εκατομμύρια άμαχοι επιβιώνουν υπό ακραίες συνθήκες, την ώρα που η πρόσβαση στην ανθρωπιστική βοήθεια παραμένει ανεπαρκής ή μπλοκαρισμένη. Σε αυτό το σκηνικό, 24 ευρωπαϊκές και διεθνείς χώρες –ανάμεσά τους η Γερμανία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Ολλανδία και η Σουηδία– υπέγραψαν κοινή, μετριοπαθή δήλωση της EEAS, ζητώντας την άμεση αποκατάσταση της ανθρωπιστικής ροής στη Γάζα. Απούσα από τη λίστα: η Ελλάδα. Η ελληνική στάση: ανάμεσα σε γεωπολιτικό ρεαλισμό και ιστορική ευθύνη Η αποχή της Ελλάδας από την κοινή δήλωση δεν είναι χωρίς εξήγηση. Αν και δεν στερείται επιχειρημάτων η ανάλυση της ελληνικής διπλωματίας, η οποία θέλει την Ελλάδα σήμερα περικυκλωμένη από κράτη μη φιλικά – ή στην καλύτερη περίπτωση ευμενώς ουδέτερα – υπό τη γεωπολιτική σκιά της Τουρκίας, η απουσία της από ένα ανθρωπιστικό κείμενο προκαλεί πολιτικά ερωτήματα. Σε αυτό το περιβάλλον, η Αθήνα έχει επιλέξει μια πιο «υπολογιστική» προσέγγιση: διατηρεί στενή συμμαχία με το Ισραήλ, ενισχύοντας τη στρατιωτική συνεργασία και επενδύοντας στην ενεργειακή ασφάλεια μέσω τριμερών σχημάτων στην Ανατολική Μεσόγειο. Την ίδια στιγμή, οι στρατιωτικές και στρατηγικές της σχέσεις με τις ΗΠΑ έχουν βαθύνει, ιδίως μετά την αναβάθμιση αμερικανικών βάσεων επί ελληνικού εδάφους και τον αναθεωρημένο αμυντικό διάλογο. Ωστόσο, σε μια χώρα που διεκδικεί το ιστορικό βάρος του γενέθλιου τόπου της δημοκρατίας και του διεθνούς ανθρωπιστικού κεκτημένου, η στάση αυτή δεν μπορεί να είναι μονόπλευρα ρεαλιστική. Δεν μπορεί να είναι ούτε απόλυτα ακτιβιστική – ούτε όμως και σιωπηλή όταν η ανάγκη για μια ηθική στάθμιση γίνεται επιτακτική. Πολιτικοί κύκλοι και αναλυτές υπενθυμίζουν πως η εξωτερική πολιτική μιας χώρας με ευρωπαϊκή ταυτότητα και διεθνή ευθύνη πρέπει να σταθμίζει όχι μόνο τους γεωστρατηγικούς συσχετισμούς αλλά και τις ηθικές της παρακαταθήκες. Άλλωστε, το σημερινό τοπίο δεν θυμίζει την εποχή της δεκαετίας του ’80, όταν η ελληνική διπλωματία διατηρούσε άμεσες γραμμές με αραβικά καθεστώτα. Οι ισορροπίες είναι πιο λεπτές, αλλά και οι απαιτήσεις πιο υψηλές: και σε αυτό το πεδίο, η απουσία μπορεί να εκληφθεί ως τοποθέτηση. Η διπλωματία ως μοχλός ειρήνης – και υπενθύμισης Είναι σαφές πως η αναγνώριση του παλαιστινιακού κράτους, από μόνη της, δεν θα ανατρέψει το πεδίο. Ούτε η Γαλλία ούτε κάποιος άλλος διεθνής παίκτης μπορεί να επιβάλει σήμερα τη λύση των δύο κρατών – όχι όσο η στρατιωτική βία παραμένει το κυρίαρχο εργαλείο και οι πολιτικές ηγεσίες εμμένουν σε αδιαλλαξία. Ωστόσο, μέσα στον θόρυβο των όπλων, η πολιτική αναγνώριση είναι μια υπενθύμιση: ότι το διεθνές δίκαιο υπάρχει, ότι η ειρήνη είναι ακόμη εφικτή, και ότι η Ευρώπη μπορεί να παρεμβαίνει χωρίς να φωνάζει – αλλά όταν φωνάζει, το κάνει με περιεχόμενο. Η πρωτοβουλία Μακρόν, αν μη τι άλλο, ανάγκασε την ήπειρο να κοιταχτεί στον καθρέφτη. Και χώρες όπως η Ελλάδα, με το δύσκολο έργο να ισορροπούν ανάμεσα στη ρεαλιστική ασφάλεια και τις ηθικές αξίες, ίσως πρέπει να αποφασίσουν ξανά ποιο είναι το πρόσωπο που θέλουν να δείξουν.














