Η επίσκεψη του υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα επιβεβαίωσε ότι οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο και ότι η Ελλάδα αποκτά αυξημένη χρησιμότητα στον αμερικανικό σχεδιασμό. Στη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, άμυνα, ασφάλεια, ενέργεια, εμπόριο, επενδύσεις, τεχνολογία και ναυτιλία βρέθηκαν στον πυρήνα της συζήτησης, με ιδιαίτερη έμφαση στον ρόλο της Ελλάδας ως ενεργειακής πύλης και περιφερειακού κόμβου. Η οικονομική διάσταση είναι εμφανής. Αμερικανικά ενεργειακά συμφέροντα, υδρογονάνθρακες, LNG, Κάθετος Διάδρομος, τεχνολογικές επενδύσεις και εξοπλιστικά προγράμματα δημιουργούν ευκαιρίες για την Ελλάδα, αλλά ταυτόχρονα υπηρετούν συγκεκριμένες αμερικανικές στρατηγικές και επιχειρηματικές επιδιώξεις. Επομένως, το ουσιαστικό ερώτημα είναι ποιο είναι το καθαρό ελληνικό ισοζύγιο κόστους και οφέλους. Στην Πνύκα ο Ρούμπιο χρησιμοποίησε έντονο φιλελληνικό και φιλοσοφικό συμβολισμό, συνδέοντας την αρχαία Ελλάδα με την αρετή, την πατρίδα, την εθνική κυριαρχία και τη δυτική ταυτότητα. Όμως όσο καθαρή ήταν η ρητορική περί εθνικού συμφέροντος και κυριαρχίας, τόσο προσεκτικότερη παρέμεινε η αμερικανική τοποθέτηση όταν η συζήτηση έφθασε στα ειδικά ελληνικά ζητήματα. Στο ενεργητικό καταγράφονται μεγαλύτερη αποτρεπτική ικανότητα, πρόσβαση σε τεχνολογία και πληροφορίες, επενδύσεις, ενεργειακή αναβάθμιση και ισχυρότερη θέση στους δυτικούς σχεδιασμούς. Στο κόστος βρίσκονται οι υψηλές αμυντικές δαπάνες, η βαθύτερη σύνδεση με αμερικανικά οπλικά και ενεργειακά συστήματα και η πιθανότητα αυξημένης ελληνικής εμπλοκής σε κρίσεις που υπερβαίνουν το άμεσο εθνικό ενδιαφέρον. Κυρίως, δεν προέκυψαν αντίστοιχης σαφήνειας αμερικανικές δεσμεύσεις για το casus belli, τις τουρκικές διεκδικήσεις, την ΑΟΖ, το Κυπριακό και τις κρίσιμες ενεργειακές διασυνδέσεις. Το τελικό ισοζύγιο, συνεπώς, είναι σύνθετο. Η Ελλάδα γίνεται σημαντικότερη και χρησιμότερη για τις ΗΠΑ και αποκτά πραγματικά στρατηγικά και οικονομικά πλεονεκτήματα. Δεν έχει αποδειχθεί όμως ακόμη ότι μετατρέπει αυτή την αυξημένη αξία σε ανάλογη διαπραγματευτική ισχύ και συγκεκριμένες εγγυήσεις για τα δικά της ζωτικά συμφέροντα. Και στη γεωπολιτική, όπως και στην οικονομία, η ποιότητα μιας σχέσης δεν μετριέται από τον τζίρο ούτε από τα θερμά λόγια, αλλά από την αμοιβαιότητα και από την αξία αυτού που τελικά εξασφαλίζει κάθε πλευρά.














