Η Ελληνική Στατιστική Αρχή ανακοίνωσε ότι ο Γενικός Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής για τον Αύγουστο του 2025 παρουσίασε μείωση 2,9% σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2024, όταν είχε σημειωθεί αύξηση 3,6%. Ο μέσος δείκτης για την περίοδο Ιανουαρίου–Αυγούστου μειώθηκε οριακά κατά 0,1%, ενώ ο εποχικά διορθωμένος δείκτης υποχώρησε κατά 4,1% σε σχέση με τον Ιούλιο. Πρόκειται για την πρώτη καθαρή ένδειξη κόπωσης της βιομηχανικής δραστηριότητας μέσα στο 2025. Η μείωση στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (-8,9%), στη μεταποίηση (-0,8%) και στην παροχή νερού (-6,8%) δείχνει ότι η παραγωγική μηχανή της χώρας λειτουργεί με χαμηλές στροφές. Μοναδική θετική συμβολή υπήρξε από τα ορυχεία και λατομεία (+2,4%), ενώ από τους επιμέρους κλάδους ξεχωρίζουν η πτώση κατά 19,3% στη φαρμακοβιομηχανία και η εντυπωσιακή αύξηση κατά 49,2% στον κλάδο επισκευής και εγκατάστασης μηχανημάτων. Η εικόνα αυτή δεν είναι συγκυριακή. Αντανακλά μια βαθύτερη αδυναμία: η ελληνική οικονομία δεν έχει ακόμη αποκτήσει σταθερό, διατηρήσιμο ρυθμό παραγωγικής ανασύνταξης. Η παραγωγικότητα ως πολιτικό πρόβλημα Η βιομηχανική παραγωγή είναι καθρέφτης της παραγωγικότητας, δηλαδή του πόση αξία δημιουργεί κάθε ώρα εργασίας. Όταν η παραγωγή μένει στάσιμη, σημαίνει ότι δεν αυξάνεται η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο. Και χωρίς αύξηση παραγωγικότητας, δεν μπορούν να υπάρξουν ουσιαστικές και διατηρήσιμες αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς. Στην Ελλάδα, η παραγωγικότητα ανά ώρα εργασίας παραμένει περίπου στο 56% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ οι πραγματικοί μισθοί κυμαίνονται γύρω στο 55-58%. Υπάρχει, δηλαδή, μια παράδοξη «ισορροπία χαμηλού επιπέδου»: η χαμηλή παραγωγικότητα “δικαιολογεί” τους χαμηλούς μισθούς, και οι χαμηλοί μισθοί αποθαρρύνουν επενδύσεις σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο που θα αύξαναν την παραγωγικότητα. Ένας φαύλος κύκλος που συντηρεί τη στασιμότητα. Όταν οι μισθοί αυξάνονται χωρίς ανάλογη άνοδο της παραγωγικότητας, αυξάνεται το μοναδιαίο κόστος εργασίας και υποχωρεί η ανταγωνιστικότητα. Το έχουμε ξαναδεί αυτό να συμβαίνει στη χώρα: πρόσκαιρες αυξήσεις εισοδημάτων χωρίς βάση σε παραγωγική πρόοδο οδηγούν τελικά σε πληθωρισμό, ανεργία και απώλεια εξαγωγών. Η κοινωνία των «παγωμένων προσδοκιών» Πέρα από τους αριθμούς, υπάρχει ένα κοινωνικό υπόβαθρο που κάνει το πρόβλημα πιο σύνθετο. Οι νέοι εργαζόμενοι δεν περιμένουν πλέον ότι η εργασία τους θα αποφέρει καλύτερες αποδοχές ή συνθήκες στο μέλλον. Η ιδέα ότι “η προσπάθεια ανταμείβεται” έχει αρχίσει να φθίνει. Αυτή η ψυχολογική κόπωση είναι ίσως το πιο επικίνδυνο σύμπτωμα της ελληνικής οικονομίας. Όταν η κοινωνία σταματά να πιστεύει ότι η πρόοδος επιτυγχάνεται μέσω της εργασίας και της γνώσης, τότε το οικονομικό πρόβλημα μετατρέπεται σε υπαρξιακό. Η πολιτεία έχει μερίδιο ευθύνης. Για χρόνια, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στο ύψος του κατώτατου μισθού ή στη φορολογία, χωρίς ουσιαστικό λόγο για την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την τεχνολογική αναβάθμιση. Οι πολιτικές γίνονται διαχειριστικές, όχι στρατηγικές. Η ανάγκη για μια νέα παραγωγική συμφωνία Η χώρα χρειάζεται ένα νέο κοινωνικό και πολιτικό συμβόλαιο, μια «παραγωγική συμφωνία» που να συνδέει άμεσα την αύξηση μισθών με την αύξηση αποδοτικότητας. Αυτό σημαίνει επενδύσεις σε τεχνολογία, υποδομές, έρευνα και κυρίως σε ανθρώπινο κεφάλαιο. Η Ελλάδα πρέπει να κινηθεί από το μοντέλο της επιδότησης κατανάλωσης προς το μοντέλο της επένδυσης στην παραγωγή. Η εμπειρία χωρών όπως η Πορτογαλία και η Ιρλανδία δείχνει ότι με σταθερό θεσμικό περιβάλλον, στοχευμένα κίνητρα και ενίσχυση των τεχνικών δεξιοτήτων, η παραγωγικότητα μπορεί να αυξηθεί θεαματικά μέσα σε λίγα χρόνια. Στην ελληνική πραγματικότητα, οι προτεραιότητες είναι σαφείς: Τεχνολογική αναβάθμιση των επιχειρήσεων. Εκσυγχρονισμός της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Απλοποίηση των διαδικασιών για επενδύσεις. Σύνδεση μισθολογικής πολιτικής με δείκτες παραγωγικότητας. Μόνο έτσι θα υπάρξει πραγματικός χώρος για δίκαιες και βιώσιμες αυξήσεις μισθών. Ένα πολιτικό στοίχημα πέρα από τα νούμερα Η στατιστική μείωση του δείκτη κατά 2,9% δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι ένδειξη μιας οικονομίας που κινείται, αλλά όχι προς τα εμπρός. Δείχνει την κόπωση μιας χώρας που επιβιώνει μέσα από τη μετριότητα. Το ζήτημα πλέον είναι πολιτικό: θέλουμε μια οικονομία που θα παράγει ή μια κοινωνία που θα αναδιανέμει φθίνοντα εισοδήματα; Θέλουμε ανάπτυξη που βασίζεται στην παραγωγή ή μια διαρκή ανακύκλωση επιδοτήσεων και ευρωπαϊκών πόρων; Η απάντηση δεν θα δοθεί από κάποιον δείκτη, αλλά από τη βούληση της κοινωνίας και της πολιτικής ηγεσίας να αλλάξουν προσανατολισμό. Η αύξηση των μισθών δεν θα έρθει από διατάγματα, αλλά από τη δημιουργία νέου πλούτου. Και αυτός ο πλούτος γεννιέται μόνο όταν αυξάνεται η παραγωγικότητα. Η Ελλάδα έχει μπροστά της μια επιλογή: να συνεχίσει να ισορροπεί σε μια «κανονικότητα χαμηλών προσδοκιών» ή να επενδύσει στην πραγματική πρόοδο. Το πρώτο μοιάζει εύκολο, αλλά το δεύτερο είναι το μόνο που μπορεί να τη βγάλει οριστικά από τη στασιμότητα. * ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΣΤΑΤ Γενικός Δείκτης Βιομηχανικής Παραγωγής για τον Αύγουστο του 2025.














