Η δημόσια συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από το άρθρο 98 του νομοσχεδίου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) δεν αφορά μόνο το περιβάλλον. Αφορά τον ίδιο τον προσανατολισμό της ανάπτυξης στη χώρα και ιδιαίτερα σε περιοχές με υψηλή οικολογική αξία, όπως και η Δυτική Ελλάδα. Είναι σημαντικό να διευκρινιστεί ότι πρόκειται για ένα νομοσχέδιο που στοχεύει συνολικά στον εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και την ενεργειακή μετάβαση. Ωστόσο, στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και πολεοδομικές ρυθμίσεις, με πιο κρίσιμη το άρθρο 98, που επηρεάζουν άμεσα τη χρήση γης ακόμη και εντός προστατευόμενων περιοχών. Συγκεκριμένα, το άρθρο προβλέπει -υπό προϋποθέσεις- τη δυνατότητα πολεοδομικού σχεδιασμού και επεκτάσεων οικισμών σε ζώνες βιώσιμης διαχείρισης φυσικών πόρων (Ζώνη Δ) περιοχών του δικτύου Natura 2000, με ανώτατο όριο έως και το 20% της έκτασής τους. Πρόκειται για μια σημαντική μεταβολή σε σχέση με το μέχρι σήμερα καθεστώς, καθώς εισάγει τη δυνατότητα οργανωμένης οικιστικής ανάπτυξης σε περιοχές που λειτουργούσαν ως «ζώνες απορρόφησης πιέσεων» για τις αυστηρά προστατευόμενες εκτάσεις. Αυτό το σημείο βρίσκεται στον πυρήνα των αντιδράσεων. Περιβαλλοντικές οργανώσεις, επιστημονικοί φορείς και επαγγελματικοί σύλλογοι ,μεταξύ αυτών ο Σύλλογος Ελλήνων Πολεοδόμων και Χωροτακτών (ΣΕΠΟΧ), επισημαίνουν ότι η πολεοδόμηση δεν αποτελεί απλώς μεγαλύτερη ένταση δόμησης, αλλά μια διαφορετική μορφή παρέμβασης στον χώρο. Σε αντίθεση με τη μεμονωμένη εκτός σχεδίου δόμηση, συνεπάγεται οργανωμένες υποδομές, αυξημένες πυκνότητες, κυκλοφοριακή επιβάρυνση και σωρευτικές πιέσεις που μπορούν να μεταβάλουν συνολικά τον χαρακτήρα μιας περιοχής. Οργανώσεις όπως η WWF Ελλάς και το Green Tank θέτουν και ζήτημα επάρκειας της τεκμηρίωσης. Όπως υπογραμμίζουν, οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες , στις οποίες παραπέμπει το νομοσχέδιο, δεν έχουν αξιολογήσει τις επιπτώσεις πολεοδομικών επεκτάσεων, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις προηγούνται χρονικά των νέων Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων. Κατά συνέπεια, η έννοια της «συμβατότητας» παραμένει ασαφής ως προς το περιεχόμενό της. Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τη Δυτική Ελλάδα. Πρόκειται για μια περιοχή όπου συνυπάρχουν μοναδικά οικοσυστήματα ,από υγροτόπους και λιμνοθάλασσες μέχρι ορεινές και παράκτιες ζώνες ,αλλά και αυξανόμενες αναπτυξιακές πιέσεις. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Καλόγρια Αχαΐας, που εντάσσεται στο ευρύτερο οικοσύστημα του δάσους Στροφυλιάς και της λιμνοθάλασσας Πρόκοπου. Η περιοχή αυτή ήδη δοκιμάζεται από πιέσεις τουριστικής αξιοποίησης, γεγονός που αναδεικνύει πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία μεταξύ προστασίας και ανάπτυξης. Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν πρέπει να υπάρξει ανάπτυξη. Η απάντηση είναι σαφώς θετική. Η ενεργειακή μετάβαση, η προώθηση των ΑΠΕ και η ανάγκη ορθολογικού πολεοδομικού σχεδιασμού αποτελούν βασικές προτεραιότητες. Το ερώτημα είναι αν οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις εντάσσονται σε έναν ολοκληρωμένο και επιστημονικά τεκμηριωμένο σχεδιασμό. Η εμπειρία των τελευταίων ετών δείχνει ότι, ιδιαίτερα μετά από μεγάλες περιβαλλοντικές καταστροφές, όπως οι πυρκαγιές, οι πιέσεις για αξιοποίηση γης αυξάνονται. Σε αρκετές περιπτώσεις, σε περιοχές που επλήγησαν, εμφανίζονται νέες χρήσεις- από ενεργειακές εγκαταστάσεις έως τουριστικές υποδομές. Η προσθήκη και οργανωμένης οικιστικής ανάπτυξης, χωρίς σαφή χωρικά όρια, εντείνει τον κίνδυνο σταδιακής αλλοίωσης του τοπίου. Από την άλλη πλευρά, η ανάγκη να μπει τάξη στην εκτός σχεδίου δόμηση είναι υπαρκτή. Η άναρχη ανάπτυξη των προηγούμενων δεκαετιών έχει δημιουργήσει προβλήματα που απαιτούν λύσεις. Όμως η αντιμετώπιση αυτών των στρεβλώσεων δεν μπορεί να οδηγήσει σε νέα, διαφορετικής μορφής πίεση στις προστατευόμενες περιοχές. Η πρόκληση είναι σαφής: να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο που θα επιτρέπει την ανάπτυξη εκεί όπου είναι πραγματικά βιώσιμη, θα βασίζεται σε επικαιροποιημένα επιστημονικά δεδομένα και θα διασφαλίζει ότι οι περιοχές Natura διατηρούν τον βασικό τους ρόλο ως ζώνες προστασίας. Η Ελλάδα διαθέτει ένα μοναδικό φυσικό κεφάλαιο. Αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο, αλλά θεμέλιο της ανάπτυξης ,ιδιαίτερα για περιοχές όπως η Δυτική Ελλάδα, όπου η οικονομία συνδέεται άμεσα με το τοπίο, τη βιοποικιλότητα και την ποιότητα του περιβάλλοντος. Το νομοσχέδιο του ΥΠΕΝ για τις ΑΠΕ είναι αναγκαίο. Όμως οι πολεοδομικές διατάξεις που το συνοδεύουν -και ειδικά το άρθρο 98- απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή, σαφήνεια και τεκμηρίωση. Διότι σε αυτές τις λεπτές ισορροπίες κρίνεται αν η ανάπτυξη θα είναι πραγματικά βιώσιμη ή απλώς πρόσκαιρη. Και αυτό είναι ένα ερώτημα που αφορά όχι μόνο το περιβάλλον, αλλά το μέλλον της ίδιας της ελληνικής περιφέρειας.














