Η διαγραφή του Νίκος Φαραντούρης από τον ΣΥΡΙΖΑ και η άρνησή του να παραδώσει την έδρα του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν είναι ούτε πρωτοφανής ούτε ιδιαιτέρως πρωτότυπη. Είναι, αντιθέτως, μια απολύτως προβλέψιμη πράξη σε ένα έργο που παίζεται εδώ και δεκαετίες, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές αλλά με το ίδιο, σχεδόν τελετουργικό, σενάριο. Το επιχείρημα επαναλαμβάνεται με την ακρίβεια παλιού δίσκου βινυλίου: «Η έδρα ανήκει στους ψηφοφόρους μου. Δεν την παρέδωσα στο κόμμα». Ένα επιχείρημα που ακούγεται δημοκρατικό, σχεδόν αγνό, μέχρι να το εξετάσει κανείς λίγο πιο προσεκτικά. Γιατί, ας μη γελιόμαστε, οι ψηφοφόροι δεν ψηφίζουν πρόσωπα σε πολιτικό κενό. Ψηφίζουν συνδυασμούς, κόμματα, γραμμές, σύμβολα. Χωρίς αυτά, τα περισσότερα πρόσωπα θα παρέμεναν άγνωστα, εκτός κάδρου, εκτός Βρυξελλών. Η ιστορία επαναλαμβάνεται τόσο στο Ελληνικό Κοινοβούλιο όσο και –κυρίως– στην Ευρωβουλή. Οι διαγραφές είναι πολλές. Οι παραιτήσεις από τις έδρες, ελάχιστες. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Η έδρα δεν είναι απλώς ένα έδρανο. Είναι θεσμική ασπίδα, είναι οικονομική ασφάλεια, είναι πολιτικό κεφάλαιο. Είναι, με απλά λόγια, δύναμη. Στην Ευρωβουλή ειδικά, η υποκρισία φτάνει σε άλλο επίπεδο. Διότι εκεί κανείς δεν εκλέγεται μόνος του. Χωρίς μεγάλα κόμματα, χωρίς οργανωμένο μηχανισμό, χωρίς τηλεοπτική προβολή και κομματική στήριξη, δεν βλέπεις Βρυξέλλες ούτε με κιάλια. Κι όμως, μόλις εξασφαλιστεί η έδρα, το κόμμα μετατρέπεται ξαφνικά σε βαρίδι. Η «προσωπική συνείδηση» ανακαλύπτεται εκ των υστέρων, συνήθως τη στιγμή που η καρέκλα έχει ήδη ζεσταθεί. Και μετά έρχονται τα πρακτικά. Οι μισθοί, τα γενναία επιδόματα, οι συνεργάτες, τα προνόμια, τα ταξίδια, οι επαφές. Μια πενταετία αρκεί για να αλλάξει ριζικά το βιοτικό επίπεδο, να δημιουργηθούν δίκτυα, να στηθεί μια δεύτερη –ευρωπαϊκή– καριέρα. Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη. Και ακόμη περισσότερες οι πόρτες που ανοίγουν όταν κρατάς μια ευρωπαϊκή ταυτότητα εξουσίας. Κάπως έτσι, η ηθική μπαίνει σε παρένθεση. Όχι μόνο στα δεξιά, όπως βολεύει συχνά το αφήγημα, αλλά κυρίως στον χώρο των λεγόμενων «προοδευτικών» και «λαϊκιστικών» κομμάτων, όπου η ρητορική περί αξιών περισσεύει, αλλά η πράξη σπανίζει. Η συλλογικότητα υμνείται στα λόγια και εγκαταλείπεται στην πράξη. Το πρόβλημα, τελικά, δεν είναι ένα πρόσωπο ούτε ένα κόμμα. Είναι μια πολιτική κουλτούρα που έχει μάθει να βαφτίζει τον οπορτουνισμό «θεσμική ευθύνη» και την ιδιοτέλεια «λαϊκή εντολή». Κι όσο αυτό γίνεται ανεκτό, το έργο θα ξαναπαίζεται. Με άλλα ονόματα, ίδιες δηλώσεις και την ίδια, κουραστική κατάληξη.














