Η 90ή Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης επιβεβαίωσε ότι η ελληνική πολιτική έχει μπει σε έναν ιδιότυπο προεκλογικό οικονομικό κύκλο. Μόνο που αυτή τη φορά η συζήτηση δεν περιορίστηκε στο παραδοσιακό ερώτημα «ποιος δίνει περισσότερα». Κυριάκος Μητσοτάκης, Νίκος Ανδρουλάκης και Αλέξης Τσίπρας επιχείρησαν, με διαφορετικό τρόπο, να παρουσιάσουν όχι απλώς μέτρα αλλά οικονομικό σχέδιο για την επόμενη τετραετία. Και πίσω τους, ΚΚΕ, ΣΥΡΙΖΑ, Ελληνική Λύση, Νέα Αριστερά, ΜέΡΑ25 και Μαρία Καρυστιανού συμπλήρωσαν ένα εξαιρετικά πυκνό τοπίο οικονομικών προτάσεων. Η ουσιαστική σύγκριση, ωστόσο, δεν γίνεται μετρώντας εξαγγελίες. Γίνεται με τέσσερα κριτήρια: τι είναι πραγματικά νέο, τι μπορεί να χρηματοδοτηθεί, τι αντιμετωπίζει διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και τι απλώς αναδιανέμει εισόδημα χωρίς να αυξάνει την παραγωγική δυνατότητα της χώρας. Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η συγκυρία γίνεται δυσκολότερη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει επιβράδυνση της ελληνικής ανάπτυξης από 2,1% το 2025 σε 1,8% φέτος και μόλις 1,6% το 2027, καθώς ολοκληρώνεται σταδιακά η ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης. Την ίδια στιγμή ο πληθωρισμός αναμένεται στο 3,7% το 2026 και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών στο 7,1% του ΑΕΠ. Ακόμη σημαντικότερο: η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας βρίσκεται περίπου στο 55% του μέσου όρου της ΕΕ. Αυτό είναι το μέτρο με το οποίο πρέπει τελικά να κριθούν όσα ακούστηκαν στη Θεσσαλονίκη. Μητσοτάκης: το πιο εφαρμόσιμο σχέδιο, αλλά όχι αλλαγή οικονομικού υποδείγματος Το πλεονέκτημα του Κυριάκου Μητσοτάκη απέναντι σε όλους τους υπόλοιπους είναι προφανές: η κυβέρνηση δεν παρουσιάζει μόνο υποσχέσεις. Διαθέτει υπουργείο Οικονομικών, προϋπολογισμό και συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα εφαρμογής. Η «Συμφωνία Προόδου και Ευημερίας» που παρουσιάστηκε στη ΔΕΘ περιλαμβάνει νέες παρεμβάσεις δημοσιονομικού κόστους 2,2 δισ. ευρώ για το 2027, οι οποίες αυξάνονται σταδιακά στα 3,6 δισ. ευρώ το 2030. Εδώ χρειάζεται μία σημαντική διάκριση: τα 9 δισ. ευρώ που προβάλλονται για το 2030 δεν είναι όλα καινούργιες εξαγγελίες. Περιλαμβάνουν ήδη θεσμοθετημένα μέτρα που απλώς δεν έχουν ακόμη αποδώσει πλήρως. Το νέο πακέτο κινείται κυρίως σε τέσσερις άξονες: διαθέσιμο εισόδημα, επενδύσεις, στεγαστικό-δημογραφικό και ενέργεια. Περιλαμβάνει μεταξύ άλλων περαιτέρω μειώσεις φόρων για επαγγελματίες, μείωση της προκαταβολής φόρου, φορολογικές ελαφρύνσεις για αγρότες και τρίτεκνους, αύξηση της ενίσχυσης συνταξιούχων στα 400 ευρώ, επίδομα Χριστουγέννων 500 ευρώ μικτά στους δημοσίους υπαλλήλους, μείωση ασφαλιστικών εισφορών και νέα εργαλεία για επενδύσεις και κατοικία. Η κυβέρνηση θέτει παράλληλα στόχο ανάπτυξης άνω του 2% έως το 2030, επενδύσεων άνω του 20% του ΑΕΠ, μέσου μισθού πάνω από 1.800 ευρώ και δημόσιου χρέους κάτω από 120% του ΑΕΠ έως το 2029. Εδώ εμφανίζεται όμως και το πρώτο μεγάλο ερωτηματικό. Η Κομισιόν βλέπει για το 2027 ανάπτυξη 1,6%, ενώ η κυβέρνηση χτίζει το μεσοπρόθεσμο αφήγημά της πάνω σε ρυθμούς άνω του 2%. Η απόσταση δεν είναι αμελητέα. Η κυβέρνηση διαθέτει συνεπώς το πιο αξιόπιστο πρόγραμμα ως προς την πιθανότητα άμεσης εφαρμογής, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του πακέτου συνεχίζει τη στρατηγική των τελευταίων ετών: χαμηλότεροι φόροι, ενίσχυση διαθέσιμου εισοδήματος, επενδυτικά κίνητρα και στοχευμένες μεταβιβάσεις. Αυτό δεν είναι λίγο. Δεν είναι όμως μια νέα οικονομική αρχιτεκτονική. Το δύσκολο ερώτημα παραμένει: τι θα αντικαταστήσει την ισχυρή ώθηση του Ταμείου Ανάκαμψης μετά το 2026; Ανδρουλάκης: από τις παροχές στους κανόνες της αγοράς Η ομιλία του Νίκου Ανδρουλάκη είχε ίσως την πιο εμφανή προσπάθεια να μετακινηθεί η αντιπαράθεση από το «πόσα χρήματα θα δώσουμε» στο πώς λειτουργούν οι αγορές. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ οργάνωσε το πρόγραμμα γύρω από επτά παρεμβάσεις: ακρίβεια και ανταγωνισμό, παραγωγικό μοντέλο, εργασία και μισθούς, ιδιωτικό χρέος, στέγη και δημογραφικό, κοινωνικό κράτος και θεσμούς. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι είναι η ακρίβεια. Ο Ανδρουλάκης δεν περιορίζεται στην επιδότηση του καταναλωτή. Προτείνει ενίσχυση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, Μονάδα Χαρτογράφησης της Αγοράς, αυστηρότερους ελέγχους στις αλυσίδες διανομής, αντιμετώπιση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, προσωρινές μειώσεις ΦΠΑ και ΕΦΚ και μεγαλύτερο έλεγχο των ολιγοπωλιακών αγορών. Στην ενέργεια δεσμεύεται για μείωση της συνολικής τιμής ηλεκτρικής ενέργειας κατά 20% το 2027 και 30% μέχρι το τέλος της τετραετίας. Στις επιχειρήσεις προτείνει επιταχυνόμενες αποσβέσεις, φορολογικά κίνητρα παραγωγικών επενδύσεων, κατάργηση τέλους επιτηδεύματος, σταδιακή μείωση προκαταβολής φόρου στο 50%, κατάργηση τεκμαρτής φορολόγησης και υψηλότερο όριο απαλλαγής ΦΠΑ για μικρές επιχειρήσεις. Στη στέγη, το ΠΑΣΟΚ κινείται πιο παρεμβατικά: περιορισμός βραχυχρόνιων μισθώσεων στις περιοχές υψηλής πίεσης, πλαφόν στις αυξήσεις ενοικίων υπό προϋποθέσεις, κοινωνικές κατοικίες και ουσιαστικός περιορισμός της Golden Visa ως εργαλείου επένδυσης σε ακίνητα. Το στεγαστικό δεν αποτελεί δευτερεύον ζήτημα. Το 2024 το 28,9% του ελληνικού πληθυσμού ζούσε σε νοικοκυριά όπου η στέγη απορροφούσε πάνω από το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος — μακράν το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ. Η αδυναμία του ΠΑΣΟΚ είναι διαφορετική από της κυβέρνησης. Το πρόγραμμα διαθέτει περισσότερα στοιχεία αλλαγής των κανόνων της οικονομίας, αλλά η συνολική δημοσιονομική εξίσωση δεν είναι ακόμη τόσο διαφανής όσο εκείνη του κυβερνητικού πακέτου. Και αρκετές προτάσεις ,13ος μισθός στο Δημόσιο, κοινωνική κατοικία, ισχυρότερη παρέμβαση στην αγορά,έχουν ήδη παρουσιαστεί σε προηγούμενες πολιτικές παρεμβάσεις. Άρα το νέο στον Ανδρουλάκη δεν βρίσκεται τόσο στον τελικό στόχο, όσο στην προσπάθεια να συνδέσει ανταγωνισμό, παραγωγικές επενδύσεις, στέγη και εισόδημα. Τσίπρας: αναδιανομή με φιλοδοξία παραγωγικού σχεδίου Ο Αλέξης Τσίπρας απο την Ε.Λ.Α.Σ παρουσίασε ίσως την πιο φιλόδοξη προσπάθεια επιστροφής του στη συζήτηση της οικονομίας. Το «Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης» έχει μικτό κόστος 7,39 δισ. ευρώ και στηρίζεται στο τρίπτυχο «παράγουμε περισσότερο, μοιράζουμε δικαιότερα, ζούμε καλύτερα». Το πολιτικά ενδιαφέρον σημείο είναι ότι ο πρώην πρωθυπουργός επιχείρησε να μη μείνει στην κλασική λογική της αναδιανομής. Πέρα από κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ, χαμηλότερο ΦΠΑ σε βασικά αγαθά, ενίσχυση κοινωνικού κράτους και φορολογικές αλλαγές, παρουσιάζει Εθνικό Ταμείο Σύγκλισης και «Πατριωτική Εισφορά» στον πολύ μεγάλο πλούτο. Εδώ βρίσκεται και το πραγματικά νέο στοιχείο της πρότασης Τσίπρα: όχι η φορολόγηση του πλούτου αυτή καθαυτή -παλιά θέση της Αριστεράς-αλλά η προσπάθεια να συνδεθεί αυτή η φορολογία με μηχανισμό χρηματοδότησης παραγωγικών και περιφερειακών επενδύσεων. Η αδυναμία βρίσκεται στην άλλη πλευρά της εξίσωσης. Ένα μεγάλο πρόγραμμα που σχεδόν εξαντλεί τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο είναι περισσότερο εκτεθειμένο σε έναν χαμηλότερο ρυθμό ανάπτυξης, μια νέα ενεργειακή κρίση ή αύξηση αναγκών για άμυνα και κοινωνικές δαπάνες. Η βιωσιμότητα της «Πατριωτικής Εισφοράς» εξαρτάται επίσης από τεχνικά δύσκολα ζητήματα: αποτίμηση περιουσίας, εξαιρέσεις, φορολογική βάση και δυνατότητα αποφυγής. Ο Τσίπρας παρουσίασε, πάντως, κάτι περισσότερο από έναν κατάλογο παροχών. Παρουσίασε μια διαφορετική λογική κατανομής των φορολογικών βαρών και των επενδυτικών πόρων. Τρεις διαφορετικές οικονομικές φιλοσοφίες Η διαφορά μεταξύ των... Read More














