Η εκλογική ήττα του Viktor Orbán σηματοδοτεί ένα σημείο καμπής για την Ουγγαρία. Ωστόσο, η ερμηνεία της ως πλήρους πολιτικής ανατροπής θα ήταν πρόωρη. Το εκλογικό αποτέλεσμα συνιστά πρωτίστως αποδοκιμασία ενός μοντέλου διακυβέρνησης και όχι ακόμη ολοκληρωμένη μετάβαση σε ένα νέο. Κατά την τελευταία δεκαετία, η ουγγρική οικονομία λειτούργησε μέσα σε ένα πλαίσιο έντονης συγκέντρωσης εξουσίας, όπου οι θεσμικές αδυναμίες επηρέασαν άμεσα την κατανομή πόρων, τις δημόσιες συμβάσεις και το επενδυτικό περιβάλλον. Η σύνδεση πολιτικής εξουσίας και επιχειρηματικών συμφερόντων δημιούργησε ένα μοντέλο ανάπτυξης με επιλεκτικά οφέλη και αυξημένο θεσμικό ρίσκο. Η ανάδειξη του Péter Magyar και του κόμματος Tisza αντανακλά τη συγκρότηση μιας ευρύτερης συμμαχίας με στόχο την αποκατάσταση της θεσμικής ισορροπίας. Η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε οικονομικό επίπεδο, καθώς η επόμενη φάση θα καθοριστεί από την ικανότητα της χώρας να ανακτήσει αξιοπιστία. Πρώτον, το ζήτημα των ευρωπαϊκών πόρων. Τα τελευταία χρόνια, σημαντικά κονδύλια της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέμειναν παγωμένα λόγω ανησυχιών για το κράτος δικαίου. Η αποκατάσταση θεσμικών εγγυήσεων θα αποτελέσει προϋπόθεση για την πλήρη επανενεργοποίηση αυτών των χρηματοδοτήσεων, οι οποίες είναι κρίσιμες για δημόσιες επενδύσεις, υποδομές και κοινωνικές δαπάνες. Δεύτερον, το επενδυτικό περιβάλλον. Η αβεβαιότητα γύρω από τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, τη διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις και τη σταθερότητα των κανόνων αύξησε το λεγόμενο “country risk”. Μια αξιόπιστη μεταρρυθμιστική πορεία θα μπορούσε να μειώσει το κόστος δανεισμού και να ενισχύσει την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, ιδίως σε τομείς όπως η βιομηχανία και η τεχνολογία. Τρίτον, η ενεργειακή διάσταση. Η Ουγγαρία παραμένει σε σημαντικό βαθμό εξαρτημένη από ρωσικές ενεργειακές ροές, κυρίως φυσικού αερίου, στο πλαίσιο της στενής συνεργασίας που είχε αναπτύξει η κυβέρνηση του Viktor Orbán με τη Ρωσία και τον Vladimir Putin. Η ενεργειακή αυτή εξάρτηση περιορίζει τα περιθώρια άμεσης γεωπολιτικής αναπροσαρμογής και καθιστά αναγκαία μια σταδιακή στρατηγική διαφοροποίησης. Η στάση απέναντι στην Ukraine αποτελεί επίσης κρίσιμο δείκτη. Η προηγούμενη κυβέρνηση είχε υιοθετήσει πιο επιφυλακτική στάση σε σχέση με την ευρωπαϊκή γραμμή, ιδιαίτερα ως προς τις κυρώσεις και τη στρατιωτική στήριξη μετά τη Ρωσική εισβολή στην Ουκρανία . Μια πιθανή ευθυγράμμιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο θα επηρεάσει όχι μόνο τη γεωπολιτική θέση της χώρας, αλλά και την πρόσβασή της σε ευρωπαϊκούς μηχανισμούς χρηματοδότησης και συνεργασίας. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή δεν θα είναι αυτόματη. Οι θεσμικές και οικονομικές δομές που διαμορφώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια εξακολουθούν να υφίστανται. Η αλλαγή πολιτικής ηγεσίας δεν συνεπάγεται άμεση αλλαγή του τρόπου λειτουργίας της οικονομίας. Σε αυτό το πλαίσιο, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ουγγαρία αλλάζει κατεύθυνση σε επίπεδο δηλώσεων, αλλά αν μπορεί να διαμορφώσει ένα νέο, αξιόπιστο πλαίσιο κανόνων. Ένα πλαίσιο που θα ενισχύει τη διαφάνεια, θα διασφαλίζει ίσους όρους ανταγωνισμού και θα αποκαθιστά την εμπιστοσύνη τόσο των πολιτών όσο και των αγορών. Η εκλογική αλλαγή αποτελεί την αφετηρία. Η πραγματική δοκιμασία θα είναι η μετατροπή της σε μετρήσιμη οικονομική και θεσμική πρόοδο. Το ζητούμενο, τελικά, δεν είναι η εναλλαγή προσώπων, αλλά η αναδιάρθρωση του ίδιου του συστήματος λειτουργίας της οικονομίας. Και αυτό είναι, διαχρονικά, η πιο απαιτητική μεταρρύθμιση.














