Εδώ και χρόνια, ο ελληνικός τουρισμός προβάλλεται ως σταθερός πυλώνας της οικονομίας, ειδικά για την περιφέρεια. Όμως, στη «καρδιά» του φετινού καλοκαιριού, η πραγματικότητα δείχνει ένα πιο σύνθετο και ανησυχητικό πρόσωπο — το οποίο αποσιωπάται από αρκετούς επίσημους φορείς και θεσμούς. Παρά τη διαρκή προβολή της «αυξημένης ζήτησης», χιλιάδες καταλύματα παραμένουν διαθέσιμα ακόμη και σε περιόδους αιχμής σε κορυφαίους προορισμούς, όπως η Μύκονος και η Σαντορίνη. Στοιχεία από γνωστές πλατφόρμες δείχνουν ότι μόνο για την εβδομάδα του Δεκαπενταύγουστου στη Μύκονο υπάρχουν 468 καταλύματα με προσφορές έως 50%, ενώ στη Σαντορίνη καταγράφονται 680 διαθέσιμες επιλογές. Αντίστοιχη εικόνα παρατηρείται και σε Ρόδο, Κέρκυρα, Ζάκυνθο και Χανιά. Μια «σιωπηλή» κρίση Αυτό δεν είναι ένδειξη ευρωστίας. Αντιθέτως, αποτυπώνει μια σιωπηλή κρίση, που κρύβεται πίσω από εκπτώσεις τελευταίας στιγμής, πληρότητες που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες και μειωμένα έσοδα. Η εικόνα συμπληρώνεται από τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, που δείχνουν ότι η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση μειώθηκε κατά 2,7% τον Μάιο, με ιδιαίτερα έντονη μείωση 21,5% από τους οδικούς σταθμούς. Την ίδια ώρα, οι επιχειρηματίες πιέζονται από αυξημένα κόστη λειτουργίας και περιορισμένα περιθώρια κέρδους, καθώς οι πελάτες αποφεύγουν να ξοδέψουν εντός των ξενοδοχείων. Η βραχυχρόνια μίσθωση (τύπου Airbnb) έχει ήδη απορρυθμίσει την αγορά, εντείνοντας τον ανταγωνισμό και θολώνοντας τα όρια μεταξύ επαγγελματία και ιδιώτη παρόχου υπηρεσιών. Όταν ο τουρισμός δεν αφορά πια τους Έλληνες Ίσως η πιο ανησυχητική διάσταση είναι η εσωτερική: η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών νιώθει ότι δεν έχει θέση στον εγχώριο τουρισμό. Όχι μόνο γιατί η ακρίβεια τούς κρατά στο σπίτι ή στο εξοχικό κάποιου φίλου, αλλά και επειδή —όπως καταγγέλλεται συχνά— όταν επιχειρούν να κάνουν κράτηση, αντιμετωπίζονται με διακριτική ή και απροκάλυπτη απόρριψη. Όταν οι τοπικοί τουριστικοί παράγοντες ανεβάζουν τις τιμές με το που ακούσουν ελληνικά, όταν οι Έλληνες γίνονται ανεπιθύμητοι «σεζόν εκτός», πώς είναι δυνατόν να ζητείται έπειτα η στήριξή τους όταν οι πληρότητες υποχωρούν; Ο τουρισμός δεν μπορεί να λειτουργεί με δύο μέτρα και δύο σταθμά. Δεν μπορεί να απαιτεί αλληλεγγύη χωρίς να την εμπνέει. Δεν μπορεί να ζητά στήριξη χωρίς να έχει φροντίσει πρώτα να καλλιεργήσει σχέση εμπιστοσύνης με την εγχώρια κοινωνία. Η Αχαΐα βλέπει, ακούει και —πρέπει να— σχεδιάζει Από αυτή την κρίση δεν μένουν ανεπηρέαστες ούτε περιοχές όπως η Αχαΐα. Αν και δεν αποτελούμε ακόμη βασικό τουριστικό προορισμό σε εθνικό επίπεδο, κατανοούμε πολύ καλά την πορεία των εξελίξεων — έστω και από τη θέση του παρατηρητή ή του καταναλωτή. Ίσως γι’ αυτό έχουμε και την ψυχραιμία να διακρίνουμε ποια στοιχεία του σημερινού μοντέλου είναι παθογενή. Και αν ως περιοχή αποφασίσουμε να επενδύσουμε σοβαρά —όχι με «στρακατρούκες» και πρόχειρα πυροτεχνήματα— στον τουρισμό, τότε πρέπει να το κάνουμε με όραμα, σχέδιο, και σεβασμό στα ιδιαίτερα πλεονεκτήματα του τόπου μας: το φυσικό περιβάλλον, την πολιτιστική κληρονομιά, τη γαστρονομία, την ανθρώπινη ποιότητα. Έχουμε επανειλημμένα επισημάνει την ανάγκη να λάβουμε σοβαρά τα μηνύματα των καιρών — και τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή. Γιατί, αν κάτι αποδεικνύει η σημερινή συγκυρία, είναι πως το τουριστικό μέλλον δεν θα είναι αυτονόητο ούτε για εκείνους που το θεωρούσαν δεδομένο. Η Αχαΐα έχει τις βάσεις για να το διεκδικήσει. Το ερώτημα είναι αν έχει και την τόλμη να το σχεδιάσει με τρόπο που να αντέχει στον χρόνο και τις αλήθειες του.














