Ακόμη μία παράταση στην αδειοδότηση των σταβλικών εγκαταστάσεων έδωσε η Βουλή, μεταθέτοντας έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026 την υποχρέωση λήψης έγκρισης ίδρυσης και λειτουργίας για κτηνοτροφικές μονάδες που λειτουργούν χωρίς άδεια. Η ρύθμιση περιλαμβάνεται σε νόμο που αφορά τον ΟΠΕΚΕΠΕ και έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά μεταβατικών διατάξεων που ισχύουν από το 2012. Σύμφωνα με το άρθρο που ψηφίστηκε, μέχρι τη νέα καταληκτική ημερομηνία αναστέργεται η επιβολή διοικητικών κυρώσεων – όπως πρόστιμα, αποβολές ή κατεδαφίσεις – για εγκαταστάσεις που θα κινηθούν στη διαδικασία αδειοδότησης ή γνωστοποίησης λειτουργίας. Η υποχρέωση αδειοδότησης δεν καταργείται, ωστόσο η εφαρμογή της μετατίθεται για ακόμη έναν χρόνο. Η ρύθμιση προκάλεσε δημόσια αντίδραση από τον Περιφερειάρχη Θεσσαλίας, ο οποίος μίλησε για «άλλο ένα χρόνο μαντριά χωρίς άδεια» και έθεσε το ζήτημα της απουσίας πρόβλεψης για μέτρα βιοασφάλειας. Η τοποθέτησή του άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση για το κατά πόσο οι συνεχείς παρατάσεις συνιστούν λύση ή απλώς διαχείριση ενός χρόνιου προβλήματος. Τι προβλέπει και τι δεν προβλέπει η διάταξη Σε νομικό επίπεδο, ο νόμος επαναλαμβάνει ότι οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις οφείλουν να λάβουν έγκριση ίδρυσης και λειτουργίας ή να προβούν σε γνωστοποίηση, σύμφωνα με το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Παράλληλα, προβλέπει ότι μέχρι τη λήξη της προθεσμίας αναστέλλεται η ισχύς διοικητικών πράξεων που έχουν εκδοθεί αλλά δεν έχουν εκτελεστεί. Ωστόσο, η παράταση δεν συνοδεύεται από πρόσθετες προϋποθέσεις ή ελάχιστα υποχρεωτικά μέτρα. Στο ίδιο άρθρο, εξαιρούνται ρητά από το ευνοϊκό καθεστώς εγκαταστάσεις με σοβαρές παραβάσεις περιβαλλοντικής, υγειονομικής, λατομικής και μεταλλευτικής νομοθεσίας, χωρίς όμως να γίνεται ειδική αναφορά στη βιοασφάλεια. Το κενό της βιοασφάλειας και οι εύλογες ενστάσεις Η απουσία ρητής πρόβλεψης για μέτρα βιοασφάλειας αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια περίοδο κατά την οποία η ελληνική κτηνοτροφία έχει δοκιμαστεί από ζωονόσους και επιδημίες, με σοβαρές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις. Παρά το γεγονός ότι η βιοασφάλεια αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη βιωσιμότητα του κλάδου, δεν ενσωματώνεται ως προϋπόθεση στη νέα μεταβατική ρύθμιση. Σε αυτό το σημείο, η κριτική του Περιφερειάρχη δεν αφορά απλώς τη νομική διατύπωση, αλλά την ουσία της πολιτικής επιλογής. Το ερώτημα δεν είναι αν η παράταση ήταν αναγκαία για να αποφευχθούν μαζικές κυρώσεις, αλλά γιατί δεν συνοδεύεται από σαφές πλαίσιο υποχρεώσεων και ελέγχων. Παράταση ως πολιτική επιλογή Οι συνεχείς παρατάσεις δείχνουν ότι το κράτος επιλέγει να διαχειρίζεται το ζήτημα της αδειοδότησης με αναβολές, αντί με έναν συνολικό σχεδιασμό για την κτηνοτροφία. Η πρακτική αυτή αποσυμπιέζει πρόσκαιρα τον κλάδο, αλλά ταυτόχρονα διαιωνίζει ένα καθεστώς αβεβαιότητας και άνισης μεταχείρισης μεταξύ παραγωγών. Η νέα προθεσμία έως το τέλος του 2026 μπορεί να προσφέρει ανάσα σε χιλιάδες κτηνοτρόφους. Χωρίς, όμως, σαφή στρατηγική, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα και σύνδεση της αδειοδότησης με τη βιοασφάλεια, κινδυνεύει να αποτελέσει απλώς ακόμη μία αναβολή- και όχι το βήμα προς μια ουσιαστική λύση.














