0 Comment
Ο Νόμος 5170/2025, που θεσπίστηκε αρχικά για τη ρύθμιση των βραχυχρόνιων μισθώσεων, εισήγαγε διατάξεις οι οποίες επηρεάζουν βαθιά έναν εντελώς διαφορετικό –και ευαίσθητο– τομέα: αυτόν του εναλλακτικού τουρισμού και ειδικά τον τουρισμό με αυτοκινούμενα οχήματα. Με το άρθρο 27, απαγορεύτηκε ρητά η στάθμευση αυτοκινούμενων ή ρυμουλκούμενων τροχόσπιτων σε δημόσιους χώρους όπως παραλίες, αιγιαλούς, αρχαιολογικούς χώρους, ακόμα και κοινόχρηστους δημοτικούς χώρους στάθμευσης. Οι παραβάτες κινδυνεύουν με φυλάκιση έως 3 μήνες και πρόστιμα που ξεκινούν από 300 ευρώ και μπορεί να φτάσουν μέχρι και 3.000 ευρώ ανά άτομο. Η επιλογή της πολιτείας να αντιμετωπίσει ένα φαινόμενο όπως ο αυτοκινούμενος τουρισμός με κατασταλτικά μέσα –και χωρίς ουσιαστικό προηγούμενο διάλογο με τους άμεσα εμπλεκόμενους φορείς, όπως η Ελληνική Λέσχη Αυτοκινούμενων Τροχόσπιτων (ΕΛΑΤ)– γεννά εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λαμβάνονται κρίσιμες αποφάσεις για τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη της χώρας. Το παράδοξο δεν είναι μόνο η σκληρότητα των ποινών, αλλά και η προχειρότητα με την οποία επιβλήθηκαν. Η πλήρης απαγόρευση στάθμευσης ακόμα και σε δημόσια πάρκινγκ υπονομεύει μια μορφή τουρισμού που στηρίζεται από χιλιάδες Έλληνες και Ευρωπαίους επισκέπτες. Πολλοί από αυτούς επιλέγουν την Ελλάδα ειδικά επειδή μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα με τα αυτοκινούμενά τους, ενισχύοντας την οικονομία μικρών τοπικών κοινωνιών, μακριά από τα πολυσύχναστα τουριστικά θέρετρα. Η αντίδραση της κοινωνίας των πολιτών δεν άργησε. Το περιστατικό με την επιβολή προστίμων σε μέλη της ΕΛΑΤ στην Κάτω Ακράτα τον Απρίλιο του 2025 έφερε το θέμα στην επιφάνεια. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναδιπλωθεί, με το Υπουργείο Τουρισμού να ανακοινώνει πως θα προχωρήσει στη θεσμοθέτηση ειδικών χώρων προσωρινής στάθμευσης (Camper Stops), ενώ διαβεβαίωσε ότι η στάση και η στάθμευση επιτρέπονται σύμφωνα με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Όμως, το ερώτημα παραμένει: Πώς φτάσαμε ως εδώ; Ποιος και με ποια γνώση εισηγήθηκε τέτοιες διατάξεις, και γιατί δεν προηγήθηκε διάλογος με τους εμπλεκόμενους; Η εμπειρία αυτή είναι ενδεικτική του ευρύτερου προβλήματος που αντιμετωπίζει η δημόσια διοίκηση στην Ελλάδα: η έλλειψη θεσμικού διαλόγου, η απουσία τεκμηριωμένης πολιτικής και η τάση για ποινικοποίηση φαινομένων που χρήζουν διαχείρισης και όχι καταστολής. Ο τουρισμός, ειδικά ο εναλλακτικός, είναι ένα σύνθετο και πολυδιάστατο πεδίο. Οποιαδήποτε παρέμβαση επηρεάζει άμεσα ανθρώπους, κοινότητες και το φυσικό περιβάλλον. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποφασίζεται από επιτελεία χωρίς βιωματική γνώση του αντικειμένου και χωρίς τη συμμετοχή των πολιτών. Οι προθέσεις μπορεί να είναι αγαθές. Αλλά οι πολιτικές κρίνονται από το αποτέλεσμά τους – και αυτό είναι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, μια άδικη στοχοποίηση, ένας αχρείαστος περιορισμός, και μια οπισθοδρόμηση σε έναν τομέα όπου η Ελλάδα είχε προοπτικές να πρωτοπορήσει. Η ελευθερία της μετακίνησης και η βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη δεν είναι έννοιες ασύμβατες. Το κράτος οφείλει να τις συνθέτει, όχι να τις αντιπαραθέτει.















