Σε αρνητικό έδαφος επέστρεψε τον Αύγουστο ο κύκλος εργασιών των ελληνικών επιχειρήσεων, σηματοδοτώντας μια πρώτη σαφή ένδειξη επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας μετά από δύο χρόνια συνεχούς ανάκαμψης. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), ο συνολικός τζίρος των επιχειρήσεων με διπλογραφικά βιβλία ανήλθε στα 32,32 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση 1,3% σε σύγκριση με τον αντίστοιχο μήνα του 2024 (32,76 δισ. ευρώ). Η κάμψη αυτή, αν και περιορισμένη, αποτυπώνει τη συσσωρευμένη πίεση που δέχεται η πραγματική οικονομία από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, τα υψηλά επιτόκια και τη σταδιακή κόπωση της κατανάλωσης. Ενέργεια στο «κόκκινο» – Ψυχαγωγία σε άνοδο Η μεγαλύτερη πτώση σημειώθηκε στον τομέα Παροχής Ηλεκτρικού Ρεύματος, Φυσικού Αερίου, Ατμού και Κλιματισμού, όπου ο κύκλος εργασιών υποχώρησε κατά 12,8% σε ετήσια βάση. Η διόρθωση αυτή σχετίζεται με τη μείωση των τιμών χονδρικής και τη χαμηλότερη ζήτηση, καθώς επιχειρήσεις και νοικοκυριά περιορίζουν την κατανάλωση. Αντίθετα, οι επιχειρήσεις του κλάδου Τεχνών, Διασκέδασης και Ψυχαγωγίας παρουσίασαν εντυπωσιακή αύξηση 20%, ενισχυμένες από τη δυναμική του τουρισμού, την αυξημένη ζήτηση για πολιτιστικές εκδηλώσεις και την επιστροφή των καταναλωτών σε δραστηριότητες ελεύθερου χρόνου. Θετική εικόνα καταγράφεται και στις Κατασκευές (+11,7%), την Εκπαίδευση (+18,3%), και τις Επαγγελματικές, Επιστημονικές και Τεχνικές Δραστηριότητες (+8,8%), που συνεχίζουν να στηρίζονται σε δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις. Οικονομικό περιβάλλον: ανάσες και εμπόδια Η πτώση του συνολικού κύκλου εργασιών συμπίπτει με μια φάση ήπιας επιβράδυνσης της ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος, ο ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ για το 2025 αναμένεται να διαμορφωθεί κοντά στο 1,5%, από 2,1% το 2024. Την ίδια στιγμή, ο πληθωρισμός κινείται σταθερά γύρω στο 3%, ενώ το κόστος χρηματοδότησης παραμένει υψηλό παρά τις μειώσεις επιτοκίων από την ΕΚΤ. Αναλυτές εκτιμούν πως η ελληνική οικονομία βρίσκεται σε φάση «εξισορρόπησης» — με σταδιακή αποκλιμάκωση των ενεργειακών τιμών αλλά και επιβράδυνση της εγχώριας ζήτησης. Η επιχειρηματική δραστηριότητα δείχνει ανθεκτικότητα, ωστόσο η μεταποίηση (-3,6%) και το λιανεμπόριο (+0,9%) υποδηλώνουν εύθραυστη δυναμική. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στο σταυροδρόμι Η πίεση είναι πιο έντονη για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ), που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας. Το αυξανόμενο λειτουργικό κόστος, οι καθυστερήσεις στα προγράμματα του Ταμείου Ανάκαμψης και η περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση δημιουργούν ένα εκρηκτικό μείγμα για τη βιωσιμότητά τους. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΚΤ (SME Survey 2025), μόλις το 18% των ελληνικών ΜμΕ δηλώνει ότι έχει πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό με βιώσιμους όρους, έναντι 32% στον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η έλλειψη ρευστότητας, σε συνδυασμό με την πτώση της κατανάλωσης, πλήττει ιδιαίτερα τη μικρή μεταποίηση, τη λιανική αγορά και τον τουρισμό μικρής κλίμακας. Πλαίσιο: «Πού κινείται η αγορά» → Ενέργεια: -12,8% → Μεταποίηση: -3,6% → Κατασκευές: +11,7% → Εκπαίδευση: +18,3% → Τέχνες & Ψυχαγωγία: +20% → Σύνολο οικονομίας: -1,3% (Πηγή: ΕΛΣΤΑΤ, Αύγουστος 2025) Προοπτικές: μέτρα στήριξης και αναδιάρθρωση Η πτώση του τζίρου δεν συνιστά κρίση, αλλά ένα σήμα επαναπροσαρμογής της αγοράς. Η επιβράδυνση προσφέρει την ευκαιρία για αναδιάρθρωση των μικρομεσαίων, με έμφαση στην ενεργειακή αποδοτικότητα, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και τη διαφοροποίηση προϊόντων. Οι φορείς της αγοράς προτείνουν: Επέκταση εγγυοδοτικών προγραμμάτων της Αναπτυξιακής Τράπεζας για φθηνότερη χρηματοδότηση. Φορολογικά κίνητρα για επενδύσεις σε πράσινη τεχνολογία και ψηφιακά εργαλεία. Επιτάχυνση των εκταμιεύσεων του Ταμείου Ανάκαμψης για τις ΜμΕ. Απλούστευση των διαδικασιών πρόσβασης στα ευρωπαϊκά προγράμματα. Το μήνυμα της οικονομίας Η μείωση του κύκλου εργασιών τον Αύγουστο στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: η ελληνική οικονομία μπαίνει σε φάση ωρίμανσης μετά την περίοδο εκρηκτικής ανάπτυξης. Η ανθεκτικότητα των μικρομεσαίων θα κρίνει την επόμενη μέρα — όχι μόνο για την απασχόληση, αλλά και για την κοινωνική συνοχή. Χρειάζεται ρευστότητα, σταθερό φορολογικό περιβάλλον και πρόσβαση στην καινοτομία. Μόνο έτσι η πτώση του τζίρου δεν θα μετατραπεί σε πτώση δυναμισμού, αλλά σε αφετηρία για μια πιο ώριμη, ανθεκτική και ανταγωνιστική ελληνική οικονομία. ΔΕΙΤΕ ΤΗΝ ΕΚΘΕΣΗ ΤΗΣ ΕΛΣΤΑΤ














