Η ιδέα ότι τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα αποτελούν ένδειξη δημοσιονομικής υγείας είναι βολική, αλλά παραπλανητική. Στην ελληνική περίπτωση, η πραγματικότητα είναι λιγότερο «ηρωική» και πολύ πιο πεζή: τα υπερπλεονάσματα δεν προκύπτουν από κάποια θεαματική διεύρυνση της παραγωγικής βάσης ή από βαθιές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά κυρίως από την εντατικοποίηση της φορολογικής πίεσης στους ίδιους φορολογούμενους. Η εκτέλεση του προϋπολογισμού τα τελευταία χρόνια αποκαλύπτει μια σαφή τάση: τα δημόσια έσοδα αυξάνονται ταχύτερα από την πραγματική οικονομία. Όταν το ΑΕΠ κινείται με μέτριους ρυθμούς, αλλά οι φορολογικές εισπράξεις εκτινάσσονται, η εξήγηση δεν μπορεί να είναι άλλη από τη μεταφορά βάρους και όχι τη δημιουργία νέου πλούτου. Και αυτό το βάρος πέφτει δυσανάλογα στην κατανάλωση. Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος. Η Ελλάδα εξακολουθεί να βασίζεται υπέρμετρα στην έμμεση φορολογία: ΦΠΑ, ειδικοί φόροι κατανάλωσης, επιβαρύνσεις στην ενέργεια και στα καύσιμα. Πρόκειται για φόρους που δεν κάνουν διακρίσεις , πλήττουν το ίδιο τον χαμηλόμισθο και τον υψηλόμισθο, διαβρώνοντας την αγοραστική δύναμη και ενισχύοντας τον πληθωρισμό. Το παράδειγμα των καυσίμων είναι ενδεικτικό. Σε περιόδους γεωπολιτικής έντασης και αυξημένων διεθνών τιμών,όπως συμβαίνει συχνά με συγκρούσεις και πολέμους, τα κρατικά έσοδα από τη φορολογία ενέργειας εκτινάσσονται. Όχι επειδή αυξήθηκε η κατανάλωση ή η παραγωγικότητα, αλλά επειδή η τελική τιμή ενσωματώνει υψηλότερους φόρους επί ήδη αυξημένων τιμών. Το κράτος εισπράττει περισσότερα ακριβώς τη στιγμή που η οικονομία πιέζεται περισσότερο. Αυτό το «δίδυμο» πληθωρισμού και έμμεσης φορολογίας λειτουργεί σαν ένας αθόρυβος μηχανισμός υπερφορολόγησης. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση δημοσιονομικής ευρωστίας, ενώ στην πραγματικότητα αποδυναμώνει την κατανάλωση, περιορίζει τις επενδύσεις και τελικά υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα. Η επίκληση της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής ως βασικής αιτίας αύξησης των εσόδων δεν αρκεί για να εξηγήσει την έκταση του φαινομένου. Προφανώς και η βελτίωση της συμμόρφωσης είναι θετική εξέλιξη. Όμως, όταν η συντριπτική πλειονότητα των νέων εσόδων προέρχεται από ήδη συνεπείς φορολογούμενους-φυσικά και νομικά πρόσωπα-τότε δεν μιλάμε για εξυγίανση, αλλά για επιβάρυνση των ίδιων «υποζυγίων». Το κρίσιμο ερώτημα είναι στρατηγικό: μπορεί μια οικονομία με χαμηλή αγοραστική δύναμη να στηρίζεται επ’ αόριστον σε αυτό το μοντέλο; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική. Όπως είναι αφελές να πιστεύει κανείς ότι η ανάπτυξη θα έρθει μέσα από διαρκή συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος, άλλο τόσο είναι και η προσδοκία ότι τα υπερπλεονάσματα μπορούν να αποτελέσουν βιώσιμη βάση οικονομικής πολιτικής. Η δημοσιονομική σταθερότητα έχει αξία αλλά όχι όταν επιτυγχάνεται εις βάρος της ίδιας της οικονομικής δυναμικής. Αν το τίμημα των πλεονασμάτων είναι μια οικονομία που «στεγνώνει», τότε το πρόβλημα δεν είναι λογιστικό. Είναι βαθιά αναπτυξιακό.















