Οι επόμενες ημέρες αναμένονται με ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι μόνο λόγω των στοιχείων που θα ανακοινωθούν πιθανότατα σημερα απο την ΕUROSTAT για την πορεία της οικονομίας, αλλά κυρίως επειδή θα λειτουργήσουν ως καταλύτης για μια νέα φάση πολιτικών πρωτοβουλιών με σαφή εκλογικό ορίζοντα. Εφόσον τα δημοσιονομικά δεδομένα επιβεβαιώσουν την υπεραπόδοση των πλεονασμάτων, η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει το μομέντουμ, μετατοπίζοντας τη δημόσια συζήτηση από τα πρόσφατα πλήγματα αξιοπιστίας σε ένα πεδίο παροχών και υποσχέσεων.
Δεν πρόκειται για μια καινούργια πρακτική. Σε περιόδους πίεσης, το πολιτικό σύστημα στην Ελλάδα έχει επανειλημμένα καταφύγει στη γνωστή μέθοδο της «αλλαγής ατζέντας»: από τα δύσκολα και τα δυσάρεστα, σε εξαγγελίες που δημιουργούν προσδοκίες και, προσωρινά έστω, ανακουφίζουν το κοινωνικό κλίμα. Η μετάβαση από τη διαχείριση σκανδάλων ή κρίσεων αξιοπιστίας σε ένα «θετικό αφήγημα» οικονομικής ενίσχυσης αποτελεί δοκιμασμένη συνταγή.
Ωστόσο, το ζήτημα δεν είναι επικοινωνιακό, είναι βαθιά δομικό. Η υπεραπόδοση των πλεονασμάτων δεν φαίνεται να προκύπτει από μια δυναμική και βιώσιμη ανάπτυξη, αλλά κυρίως από τον συνδυασμό πληθωριστικών πιέσεων και αυξημένης φορολογικής επιβάρυνσης. Πρόκειται για μια εύθραυστη ισορροπία, που υπονομεύει μακροπρόθεσμα την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και περιορίζει τις πραγματικές δυνατότητες ενίσχυσης των εισοδημάτων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι επικείμενες εξαγγελίες -είτε αφορούν επιδόματα είτε μειώσεις στο μη μισθολογικό κόστος- ενδέχεται να λειτουργήσουν περισσότερο ως προεκλογικά εργαλεία παρά ως μέρος μιας συνεκτικής αναπτυξιακής στρατηγικής. Η χρονική συγκυρία δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας: η χώρα εισέρχεται σε τροχιά εκλογών, και η οικονομική πολιτική προσαρμόζεται αναλόγως.
Την ίδια στιγμή, το διεθνές περιβάλλον μόνο σταθερό δεν μπορεί να χαρακτηριστεί. Οι ανησυχίες για μια νέα ενεργειακή κρίση, αλλά και οι γεωπολιτικές εξελίξεις,με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις πιέσεις που δέχεται η αμερικανική οικονομία υπό την πολιτική σκηνή του Donald Trump και των Ρεπουμπλικανών,περιορίζουν τα περιθώρια ελιγμών. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι εθνικές πρωτοβουλίες δεν μπορούν να αγνοούν τις εξωτερικές δεσμεύσεις και κινδύνους.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν θα υπάρξουν νέες παροχές, αλλά αν αυτές εντάσσονται σε ένα αξιόπιστο σχέδιο για την ενίσχυση της πραγματικής οικονομίας. Διότι η εμπειρία δείχνει ότι οι προεκλογικές εξαγγελίες έχουν συχνά βραχύβιο χαρακτήρα: εξυπηρετούν την εκάστοτε συγκυρία, αλλά σπάνια αντιμετωπίζουν τις χρόνιες παθογένειες.
Και αυτές οι παθογένειες παραμένουν: εξάρτηση από έμμεσους φόρους, αδύναμη παραγωγική βάση, καθυστερήσεις σε μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσαν να ενισχύσουν ουσιαστικά τα εισοδήματα. Όσο αυτά δεν αλλάζουν, ο κύκλος θα επαναλαμβάνεται: κρίση, εξαγγελίες, εκλογές και ξανά από την αρχή.
Ίσως, τελικά, το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι η επόμενη ανακοίνωση μέτρων, αλλά η υπέρβαση αυτού του μοντέλου. Γιατί χωρίς αυτήν, κάθε «θετική είδηση» θα παραμένει προσωρινή και κάθε υπόσχεση, εν αναμονή της επόμενης προεκλογικής περιόδου.






















