Του Κίμωνα Αποστολόπουλου* Η φέτα καταγράφει αλλεπάλληλα ρεκόρ εξαγωγών και παρουσιάζεται – όχι άδικα – ως το μεγαλύτερο success story της ελληνικής γαλακτοβιομηχανίας. Όμως, την ίδια στιγμή που κατακτά τα ράφια των διεθνών αγορών, απομακρύνεται από το τραπέζι του Έλληνα καταναλωτή. Και αυτό δεν είναι αντίφαση· είναι το αποτέλεσμα ενός συγκεκριμένου οικονομικού και κοινωνικού μηχανισμού. Φτωχοποίηση και διατροφική υποκατάσταση Η συνεχής υποβάθμιση του εισοδήματος των λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων οδηγεί σε διατροφική υποκατάσταση. Ο Έλληνας καταναλωτής, πιεσμένος από το κόστος ζωής, στρέφεται ολοένα και περισσότερο στο φθηνότερο «λευκό τυρί» αγελαδινού γάλακτος – εγχώριο ή εισαγόμενο – εγκαταλείποντας την παραδοσιακή φέτα. Η φέτα, από βασικό στοιχείο της καθημερινής διατροφής, μετατρέπεται σταδιακά σε προϊόν ειδικής κατανάλωσης, σχεδόν «πολυτελείας» για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας. Αυτό δεν είναι πολιτισμική εξέλιξη· είναι κοινωνικός εξαναγκασμός. Η οικονομία της έλλειψης στην εγχώρια αγορά Το παράδοξο είναι ότι η άνοδος των τιμών της φέτας στην Ελλάδα δεν οφείλεται σε αύξηση του κόστους μόνο, αλλά και στη σκόπιμη ανακατεύθυνση της παραγωγής προς τις εξαγωγές. Όταν πάνω από το 70% της παραγωγής φέτας κατευθύνεται στο εξωτερικό, η διαθέσιμη ποσότητα στην εγχώρια αγορά μειώνεται. Με δεδομένο ότι η καμπύλη ζήτησης έχει αρνητική κλίση, η μείωση της προσφοράς οδηγεί σε νέο σημείο ισορροπίας με υψηλότερες τιμές. Έτσι: ο Έλληνας πληρώνει ακριβότερα, καταναλώνει λιγότερη φέτα, και τελικά την αντικαθιστά με φθηνότερα υποκατάστατα. Η φέτα ακριβαίνει στο εσωτερικό όχι επειδή ευημερεί ο παραγωγός, αλλά επειδή σπανίζει. Ολιγοπώλιο και ολιγοψώνιο: ο διπλός στραγγαλισμός Το σύστημα αυτό λειτουργεί μέσα σε ένα πλαίσιο ολιγοπωλιακής και ολιγοψωνιακής ισχύος: Λίγες μεγάλες τυροκομικές επιχειρήσεις ελέγχουν τις εξαγωγές και τις διεθνείς συμβάσεις. Οι ίδιες επιχειρήσεις λειτουργούν ως ολιγοψώνιο απέναντι στους κτηνοτρόφους, επιβάλλοντας τιμές στο πρόβειο γάλα. Στο εξωτερικό, πιεζόμενες από το φθηνό «λευκό τυρί», μειώνουν τις τιμές της φέτας για να μη χάσουν αγορές. Στο εσωτερικό, εκμεταλλεύονται τη σπανιότητα και διατηρούν υψηλές τιμές λιανικής. Το αποτέλεσμα είναι σχιζοφρενικό: Φθηνή φέτα για το εξωτερικό. Ακριβή φέτα για τον Έλληνα. Συμπιεσμένος κτηνοτρόφος και στις δύο περιπτώσεις. Η ευλογιά και το πραγματικό διακύβευμα Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η στάση μέρους της βιομηχανίας απέναντι στο εμβόλιο της ευλογιάς δεν είναι υγειονομικά ουδέτερη. Το βασικό τους άγχος δεν είναι η ανασυγκρότηση της αιγοπροβατοτροφίας, αλλά η διατήρηση της πρόσβασης στις αγορές. Το εμβόλιο:• δημιουργεί επιπλοκές στην πιστοποίηση,• θολώνει το αφήγημα «καθαρού προϊόντος»,• και ενδέχεται να προκαλέσει εμπορικά εμπόδια σε τρίτες χώρες. Γι’ αυτό και η προτεραιότητα δεν είναι η πλήρης θωράκιση της παραγωγής, αλλά η διαχείριση του ρίσκου εξαγωγών. Ο κτηνοτρόφος γίνεται, για ακόμη μία φορά, ο αδύναμος κρίκος που απορροφά το κόστος της στρατηγικής. Ποιος τελικά χάνει Ο Έλληνας καταναλωτής χάνει τη φέτα από το καθημερινό του τραπέζι.Ο κτηνοτρόφος χάνει εισόδημα, διαπραγματευτική δύναμη και ασφάλεια.Η φέτα χάνει τον κοινωνικό της ρόλο και μετατρέπεται σε commodity εξαγωγών. Η φέτα μπορεί να είναι παγκόσμιο προϊόν.Αλλά αν πάψει να είναι λαϊκό αγαθό στην ίδια της τη χώρα, τότε το success story θα έχει κερδίσει τις αγορές και θα έχει χάσει την κοινωνία. * Ο Κίμωνας Αποστολοόπουλος είναι οικονομολόγος – κτηνοτρόφος.














