Ο κόσμος δεν μοιράζεται πια με χάρτες και κόκκινες γραμμές πάνω σε τραπέζια συνεδριάσεων, όπως το 1945. Όμως μοιράζεται. Και μάλιστα ξανά από λίγους. Η διεθνής πραγματικότητα των τελευταίων ετών θυμίζει όλο και περισσότερο μια σιωπηρή, άτυπη “Γιαλτά”, όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ρωσία και η Κίνα επανακαθορίζουν σφαίρες επιρροής -χωρίς τη Δύση στο σύνολό της και σίγουρα χωρίς την Ευρώπη ως ισότιμο παίκτη. Η επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ στο ζήτημα της Γροιλανδία δεν είναι μια εκκεντρικότητα πολιτικού ύφους ούτε απλώς μια υπερβολή εθνικής ασφάλειας. Είναι σύμπτωμα. Όπως και οι δηλώσεις του Ρώσου ΥΠΕΞ Σεργκέι Λαβρόφ ότι η Μόσχα δεν ενδιαφέρεται να εμπλακεί στο θέμα, επιχειρώντας να εμφανίσει τη Ρωσία ως δύναμη «σταθερότητας» στην Αρκτική. Στην πραγματικότητα, το μήνυμα είναι σαφές: τα μεγάλα ζητήματα λύνονται απευθείας μεταξύ των μεγάλων. Η Αρκτική-και ειδικά η Γροιλανδία- λειτουργεί σήμερα όπως λειτούργησαν η Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: ως γεωστρατηγικός χώρος υψηλής αξίας, όπου συγκλίνουν στρατιωτικά, ενεργειακά και τεχνολογικά συμφέροντα. Η διαφορά είναι ότι, σε αντίθεση με το 1945, δεν υπάρχει ούτε επίσημη διάσκεψη ούτε συλλογική συμφωνία. Υπάρχει μόνο ισχύς. Σε αυτό το σκηνικό, ο Βλαντίμιρ Πούτιν δεν χρειάζεται να «καταλάβει» τίποτα. Η Ρωσία επενδύει συστηματικά στην Αρκτική, ενισχύει στρατιωτικές υποδομές και διαπραγματεύεται από θέση δύναμης. Η Κίνα, χωρίς να είναι αρκτική χώρα, διεκδικεί ρόλο μέσω οικονομικών εργαλείων και της λεγόμενης «Πολικής Οδού του Μεταξιού». Οι ΗΠΑ, με πιο ωμό λόγο αλλά καθαρή στρατηγική, δηλώνουν ότι δεν θα επιτρέψουν σε κανέναν άλλο να ελέγξει κρίσιμους γεωγραφικούς κόμβους. Και η Ευρώπη; Η Ευρώπη παρακολουθεί. Παρά το γεγονός ότι η Γροιλανδία αποτελεί αυτόνομο έδαφος ενός κράτους-μέλους της ΕΕ (της Δανίας), η ευρωπαϊκή φωνή είναι σχεδόν απούσα. Δεν υπάρχει ενιαία στρατηγική για την Αρκτική, ούτε κοινή αμυντική στάση που να επιτρέπει στην Ένωση να καθίσει στο ίδιο τραπέζι με τις υπερδυνάμεις. Η Ευρώπη εξακολουθεί να λειτουργεί ως κανονιστική δύναμη (normative power) σε έναν κόσμο που έχει επιστρέψει ωμά στη λογική της ισχύος. Αυτός είναι και ο πυρήνας της νέας «Γιαλτάς»: όχι μια συμφωνία ειρήνης, αλλά μια σιωπηρή αποδοχή ότι ο κόσμος οργανώνεται γύρω από τρία κέντρα αποφάσεων. Η Ουάσιγκτον, η Μόσχα και το Πεκίνο δεν χρειάζεται να συμφωνούν· αρκεί που αναγνωρίζουν η μία την άλλη ως συνομιλητές. Η Ευρώπη, κατακερματισμένη πολιτικά και στρατιωτικά εξαρτημένη, δεν θεωρείται απαραίτητος συνομιλητής. Η υπόθεση της Γροιλανδίας, λοιπόν, δεν αφορά μόνο ένα νησί πάγων. Αφορά το πώς λαμβάνονται οι αποφάσεις στον 21ο αιώνα και ποιοι μένουν εκτός. Όπως το 1945, έτσι και σήμερα, οι μικρότεροι ενημερώνονται εκ των υστέρων. Η διαφορά είναι ότι τότε η Ευρώπη ήταν κατεστραμμένη· σήμερα είναι απλώς πολιτικά ανέτοιμη. Αν αυτή είναι η νέα παγκόσμια τάξη, τότε το ερώτημα δεν είναι αν ζούμε μια σύγχρονη Γιαλτά. Το ερώτημα είναι πόσο ακόμα η Ευρώπη θα αποδέχεται τον ρόλο του θεατή σε ένα έργο που καθορίζει το μέλλον της.














