Του Γιώργου Ηλιόπουλου Με προβλήματα ως προς τον τρόπο εφαρμογής της ξεκίνησε χθες, Δευτέρα, η πλήρης εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, καθώς επεκτάθηκε και σε άλλους κλάδους της οικονομίας. Ειδικότερα, η ψηφιακή κάρτα εφαρμόζεται πλέον στους εξής τομείς: • Παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, φυσικού αερίου, ατμού και κλιματισμού • Χονδρικό και λιανικό εμπόριο, επισκευή οχημάτων και μοτοσικλετών • Χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές δραστηριότητες • Διοικητικές και υποστηρικτικές υπηρεσίες • Τουρισμός και εστίαση Ωστόσο, πρακτικά το νέο μέτρο έφερε πονοκέφαλο στους επιχειρηματίες, οι οποίοι, μετά το ψηφιακό πελατολόγιο τον περασμένο Ιούλιο, έχουν πλέον να προσθέσουν το οικονομικό βάρος της ψηφιακής κάρτας εργασίας και, σε έναν μήνα, τη διασύνδεση του Iris με τις ταμειακές μηχανές. Πέρα από το οικονομικό βάρος, μεγάλο ζητούμενο είναι η εξοικείωση του προσωπικού με τα νέα δεδομένα, καθώς όποιος μπαίνει ή βγαίνει από την επιχείρηση θα πρέπει να το δηλώνει ψηφιακά. Εάν μάλιστα εντοπιστεί κάποιος εργαζόμενος να έχει κάνει ψηφιακά τρία λάθος «χτυπήματα», δηλαδή να μην ανταποκρίνεται η παρουσία του στην επιχείρηση με τα πραγματικά δεδομένα, τότε το πρόστιμο επιβάλλεται αυτόματα. Το ανώτατο όριο φτάνει τα 10.500€ ανά εργαζόμενο και αφορά τη μη ενεργοποίηση της κάρτας. Άλλα πρόστιμα περιλαμβάνουν 3.000€ για μη σήμανση της κάρτας σε περίπτωση ελέγχου, 800€ για εργασία κατά την 7η ημέρα, και 400€ έως 750€ για διάφορες άλλες παραβάσεις σχετικά με την ανάρτηση αδειών και την ενημέρωση στο ΠΣ «ΕΡΓΑΝΗ». Μιλώντας στον «Σ.Ε.» και το symboulos.gr, ο Γιάννης Διδάχος, Α΄ Αντιπρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Επισκευαστών Ε.Ο.Β.Ε.Α.Μ.Μ., Αντιπρόεδρος του Πανελλήνιου Συλλόγου Ι.Κ.Τ.Ε.Ο. και Αντιπρόεδρος της Ομοσπονδίας Επαγγελματικών Βιοτεχνικών Εμπορικών Σωματείων Νομού Αχαΐας (Ο.Ε.Β.Ε.Σ.Ν.Α.), τονίζει: «Το πρόβλημα είναι ότι μπαίνουμε στην ψηφιακή αναγέννηση του κράτους βιαίως. Σε μικρό χρονικό διάστημα επωμιζόμαστε ψηφιακά στοιχεία, όπως το ψηφιακό πελατολόγιο τον Ιούλιο, την ψηφιακή κάρτα εργασίας τώρα και το Iris στις μηχανές σε έναν μήνα. Αυτό σημαίνει ότι μια μικρομεσαία επιχείρηση επιφορτίζεται με τόσα πολλά προβλήματα γραφειοκρατίας και με άγχος για το αν η διαδικασία είναι σωστή. Ουσιαστικά αποδιοργανώνει τον τρόπο λειτουργίας μας. Εάν βρεθούν τρία “ορφανά” χτυπήματα, δηλαδή εάν κάποιος υπάλληλος περάσει την κάρτα αλλά δεν αναγνωριστεί αυτό το χτύπημα από το σύστημα, εμείς κινδυνεύουμε αυτόματα με υψηλότατα πρόστιμα». Τέτοιες δυσλειτουργίες είναι πολλές και είναι ιδιαίτερα εύκολο κάποια επιχείρηση να επιφορτιστεί με πρόστιμο χωρίς να μπορεί να αντιδράσει. Από την άλλη, σε προφορικό επίπεδο έχει υπάρξει η διαβεβαίωση ότι ενδεχομένως να δοθεί μια περίοδος ανοχής, όμως σε κάθε περίπτωση οι επιχειρηματίες μιλούν για πρόστιμα που εξοντώνουν τις επιχειρήσεις. «Εάν ο τεχνίτης που στις 4.30 το μεσημέρι σχολάσει και χτυπήσει την κάρτα του χρειαστεί να επιστρέψει για δέκα λεπτά να φτιάξει κάτι, αντιλαμβάνεστε πόσο δύσκολο είναι αυτό στην πράξη με την ψηφιακή κάρτα», αναφέρει ο κ. Διδάχος. Μάλιστα, οι επιχειρήσεις τρέμουν στην περίπτωση απουσίας, με άδεια, του υπαλλήλου που έχει επιφορτιστεί με την επίβλεψη της διαδικασίας καταγραφής των εργαζομένων. Σε αυτή την περίπτωση, ο κίνδυνος προστίμων πολλαπλασιάζεται. «Φανταστείτε τι συμβαίνει σε μια επιχείρηση με τη συνύπαρξη πολλών εργαζομένων, όπως στα συνεργεία, και το άγχος που δημιουργείται στους υπαλλήλους. Όλα αυτά χαλούν την ψυχολογία», επισημαίνει ο κ. Διδάχος. Επιπλέον, υπογραμμίζεται ότι δεν δόθηκε καμία οικονομική βοήθεια στις επιχειρήσεις που καλούνται να πληρώσουν ένα επιπλέον ποσό για συνδρομές σε ειδικού τύπου πλατφόρμες και για τον εκσυγχρονισμό της λειτουργίας τους, κάτι που δεν είναι αμελητέο. Επίσης, θα πρέπει να αγοραστεί και τάμπλετ, ώστε να καταγράφεται η ψηφιακή παρουσία των υπαλλήλων. Σύμφωνα με το Υπουργείο Εργασίας, επιτρέπονται τρεις μεμονωμένες αστοχίες (μονά χτυπήματα) ανά μήνα χωρίς επιβολή προστίμου, σε περίπτωση τεχνικού ή ανθρώπινου λάθους. Από την υποχρέωση της ψηφιακής κάρτας εξαιρούνται τα διευθυντικά στελέχη και οι ανώτατοι υπάλληλοι. Ωστόσο, το Υπουργείο παρακολουθεί περιπτώσεις καταχρηστικής χρήσης της εξαίρεσης, όπου εργοδότες δηλώνουν εργαζομένους ως «διευθυντές» για να αποφύγουν τις υπερωρίες.














