Της Σταυρούλας Παναγοπούλου – Νικολάου, Προέδρου Ινστιτούτου Εργασίας / ΓΣΕΕ Περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας, πρ. Προέδρου Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Πάτρας Η σημερινή κατάσταση στην αγορά εργασίας χαρακτηρίζεται από διαχρονικές στρεβλώσεις, οι οποίες αντί να αμβλύνονται με την πάροδο του χρόνου, αυτές οξύνονται σε βάρος της προσωπικής και οικογενειακής ζωής των εργαζομένων. Οι πολιτικές προκλήσεις είναι σημαντικές και πολυδιάστατες, ενώ η ανάγκη θεσμικής παρέμβασης είναι επιτακτική: απαιτούνται πολιτικές που θα ενισχύσουν τη ρυθμιστική και ελεγκτική ικανότητα του κράτους, την κατοχύρωση του δικαιώματος στον προσωπικό χρόνο και την ισόρροπη εργασία, την αποτροπή παραβιάσεων στην αμοιβή και την υποστήριξη της επαγγελματικής εξέλιξης και κατάρτισης. Το Ινστιτούτο Εργασίας/ΓΣΕΕ με πρόσφατη έρευνά του με τίτλο «Η ποιότητα της εργασίας στην Ελλάδα: Διευθέτηση του χρόνου εργασίας» (Μάιος 2025) συμβάλει στην ανάδειξη κρίσιμων προβλημάτων αλλά και στην ανάγκη πολιτικών παρεμβάσεων υπέρ της ποιότητας της εργασίας. Ως σημαντικές στρεβλώσεις -μεταξύ άλλων- αναδεικνύονται οι εξής: Υπερεργασία: Το 52% των εργαζομένων εργάζεται επιπλέον ώρες από τις συμβατικά προβλεπόμενες. Το φαινόμενο αυτό είναι εντονότερο σε συγκεκριμένους κλάδους: 70% στις κατασκευές, 50% στη μεταποίηση και στον τουρισμό, 48% στο εμπόριο. Η υπέρβαση των ωρών εργασίας δεν συνοδεύεται πάντα από αντίστοιχη αμοιβή: μόνο το 34% λαμβάνει πλήρη αποζημίωση, ενώ το 65% δηλώνει ότι είτε δεν αμείβεται είτε λαμβάνει μέρος της αποζημίωσης. Αντικοινωνικό ωράριο: Ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων βιώνει έντονη επιβάρυνση από αντικοινωνικά και απρόβλεπτα ωράρια: Εργασία τα Σαββατοκύριακα: το 56% εργάζεται τουλάχιστον ένα Σαββατοκύριακο τον μήνα. Ειδικά στον τουριστικό τομέα, το ποσοστό φτάνει στο 63%. Νυχτερινή εργασία: περίπου 1 στους 5 εργάζεται νύχτα τουλάχιστον μία φορά τον μήνα. Στον τομέα της υγείας και στην εστίαση τα ποσοστά είναι υψηλότερα. Απροειδοποίητη αλλαγή βάρδιας: το 9% των εργαζομένων αναφέρει ότι συμβαίνει συχνά ή πολύ συχνά. Εργασία στον ελεύθερο χρόνο: Το 25% των εργαζομένων δήλωσε ότι αναγκάζεται να εργάζεται στον ελεύθερο χρόνο του για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της δουλειάς. Τα ποσοστά είναι υψηλότερα μεταξύ των κατόχων μεταπτυχιακών τίτλων (38%) και των εργαζομένων στην εκπαίδευση και την πληροφορική. Περιορισμένη ευελιξία στον προγραμματισμό της εργασίας: Άδεια για προσωπικά θέματα: μόνο το 42% μπορεί να την πάρει εύκολα. Το 45% έχει αυτή τη δυνατότητα μόνο σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης και το 13% δεν την έχει καθόλου. Καθορισμός ημερών άδειας/ρεπό: το 52% έχει υψηλό βαθμό ελέγχου, αλλά 21% έχει περιορισμένη ή μηδενική δυνατότητα. Ανισότητες με βάση κοινωνικά και επαγγελματικά χαρακτηριστικά. Η υπερεργασία και η απουσία αμοιβής δεν κατανέμονται ισομερώς: Φύλο: Οι άνδρες εργάζονται συχνότερα επιπλέον ώρες και Σαββατοκύριακα, ενώ οι γυναίκες έχουν μικρότερη ευελιξία στον χρόνο εργασίας. Ηλικία: Οι μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες (55+) έχουν μεγαλύτερα ποσοστά υπερεργασίας και μικρότερη τηλεργασία. Εκπαίδευση: Όσο υψηλότερο το επίπεδο εκπαίδευσης, τόσο συχνότερη η υπερεργασία, αλλά και η απουσία αντίστοιχης αμοιβής. Εισόδημα: Οι εργαζόμενοι με υψηλά εισοδήματα εργάζονται περισσότερο, αλλά δεν αμείβονται αναλογικά. Μέγεθος επιχείρησης: Σε μεγάλες επιχειρήσεις, τα ποσοστά υπερεργασίας είναι υψηλότερα, όπως και η παραβατικότητα. Κλάδοι: Η εργασία με αντικοινωνικά ωράρια είναι διαδεδομένη στην εκπαίδευση, την υγεία, τις κατασκευές και το εμπόριο. Τεχνολογία και τηλεργασία: Η τηλεργασία παραμένει περιορισμένη: μόνο το 16% των εργαζομένων εργάζεται έστω και περιστασιακά εξ αποστάσεως. Αυξημένα ποσοστά τηλεργασίας καταγράφονται σε κλάδους όπως η πληροφορική και η εκπαίδευση, αλλά απουσιάζει σχεδόν παντελώς από το λιανεμπόριο και τις υπηρεσίες φιλοξενίας. Όλοι μας καταλαβαίνουμε ότι τα ανωτέρω καταγράφουν ένα τοπίο έντονης υπερεργασίας, χαμηλής ευελιξίας για τον εργαζόμενο σε αντίθεση με την υψηλή ευελιξία για τις επιχειρήσεις και εκτεταμένης παραβατικότητας στις εργασιακές σχέσεις. Επίσης, η μη αμειβόμενη εργασία συνιστά μια συστημική στρέβλωση, που πλήττει τη βιωσιμότητα των νοικοκυριών και διευρύνει τις ανισότητες. Σε αυτό το ήδη ζοφερό τοπίο της αγοράς εργασίας, έρχεται το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Εργασίας να δώσει τη χαριστική βολή στους εργαζόμενους. Εμφανίζοντας το μαύρο ως άσπρο, η Κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει το νέο νομοσχέδιο εξαθλίωσης των εργαζομένων ως «εκσυγχρονισμό των εργατικών διατάξεων» και «προσαρμογή στις σημερινές ανάγκες εργαζομένων και επιχειρήσεων». Η σκόπιμη επικοινωνιακή έμφαση του Υπουργείου σε «ευεργετικές» διατάξεις για τον εργαζόμενο σκοπεύουν στη δημιουργία ενός προπετάσματος καπνού για να αποκρύψουν την πλέον βλαπτική διάταξη για τον κόσμο της εργασίας: Την κατάργηση του 8ωρου μέσα από την δήθεν «εθελοντική» εφαρμογή της 13ωρης ημερήσιας απασχόλησης. Πρόκειται ουσιαστικά για μία παγίδα υπερεργασίας με τις ευλογίες του νομοθέτη. Όμως, η υπερεργασία είναι το τελευταίο που χρειάζεται η αγορά εργασίας στην Ελλάδα. Άλλωστε, τα στοιχεία της Eurostat είναι αδιάψευστα: Οι Έλληνες εργαζόμενοι δουλεύουν περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο συνάδελφό τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αυτό όμως δεν μεταφράζεται σε υψηλότερη παραγωγικότητα ούτε σε καλύτερους μισθούς. Αντίθετα, οδηγεί σε πρακτικές ξεπερασμένες που έχει αποδειχθεί ότι δεν αποφέρουν τα αναμενόμενα: Ένταση εργασίας αντί της έντασης γνώσης και υποβάθμιση του ανθρώπινου δυναμικού. Όσο και αν προσπαθούν να επιχειρηματολογήσουν υπέρ της χρησιμότητας της αντεργατικής αυτής διάταξης, η αλήθεια είναι άλλη: Οι 11, 12 ή και 13 ώρες ημερήσιας εργασίας, ακόμη και αν γίνονται σε συγκεκριμένο πλαίσιο χρόνου, συνιστούν μία πολιτική υπερεκμετάλλευσης των εργαζομένων, η οποία άμεσα έχει μόνο αρνητικά αποτελέσματα. Κόπωση του εργαζόμενου, κίνδυνος ατυχήματος, μείωση της παραγωγικότητας, καταστρατήγηση του χρόνου ημερήσιας ανάπαυσης των 11 ωρών, αθέμιτες απαιτήσεις από τους εργοδότες. Όλοι καταλαβαίνουμε ότι οι αρνητικές συνέπειες στην ψυχική και σωματική υγεία των εργαζομένων αποτελούν ταυτόχρονα και απειλή για την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, αφού αντί για καινοτομία και ποιοτική αναβάθμιση ενισχύεται η εντατικοποίηση της εργασίας. Επιπλέον, σε θεσμικό επίπεδο, οι επερχόμενες διατάξεις για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας μπορούν να υπονομεύσουν το πεδίο των συλλογικών διαπραγματεύσεων και να μειώσουν την ισχύ των συμφωνιών εργαζομένων-εργοδοτών. Πολλές διατάξεις του νομοσχεδίου αφήνουν μεγάλο μέρος της ρύθμισης στην «ελεύθερη συμφωνία» μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, δημιουργώντας -σκοπίμως- μία πλάνη. Έχοντας ως δεδομένο ότι η εξουσία και η διαπραγματευτική δυνατότητα μεταξύ εργοδότη-εργαζόμενου είναι εξ ορισμού άνιση, ευνοώντας σαφώς τον εργοδότη, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε εκμετάλλευση του εργαζόμενου. Θα πρέπει λοιπόν να είμαστε εύλογα καχύποπτοι ως προς την αυθεντικότητα της συναίνεσης του εργαζόμενου σε οποιαδήποτε τέτοια «ελεύθερη συμφωνία». Όλες αυτές οι νομοθετικές ρυθμίσεις που παραπέμπουν διαρκώς σε απευθείας ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ του εργοδότη και του κάθε εργαζόμενου χωριστά, χωρίς πλαίσιο προστασίας που μπορεί να παρέχει μια κλαδική συλλογική σύμβαση, στην πραγματικότητα είναι ρυθμίσεις που απλά νομιμοποιούν την αποκλειστική βούληση των επιχειρήσεων. Επιπλέον, τέτοιες εξατομικευμένες ρυθμίσεις είναι λογικό να εντείνουν τις ανισότητες... Read More
















