Την άμεση ανάγκη αναθεώρησης της κυβερνητικής πολιτικής για το ενεργειακό κόστος των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων αναδεικνύει η ΓΣΕΒΕΕ, με επιστολή της προς τον υπουργό Ανάπτυξης Τάκης Θεοδωρικάκος. Η Συνομοσπονδία εκφράζει έντονο προβληματισμό για το πρόσφατο πακέτο μέτρων στήριξης, επισημαίνοντας ότι αφήνει εκτός τον κορμό της ελληνικής επιχειρηματικότητας. Σύμφωνα με τη ΓΣΕΒΕΕ, αν και η ενίσχυση της βιομηχανίας κρίνεται αναγκαία υπό το βάρος της ενεργειακής κρίσης, τα μέτρα που ανακοινώθηκαν δημιουργούν σαφείς ανισορροπίες. Η αύξηση της αντιστάθμισης του κόστους CO₂ αφορά κυρίως μεγάλες ενεργοβόρες επιχειρήσεις, αποκλείοντας μικρότερες μονάδες που αντιμετωπίζουν αντίστοιχες πιέσεις. Παράλληλα, η μείωση των χρεώσεων ΥΚΩ, αν και οριζόντια, έχει περιορισμένο πρακτικό αντίκτυπο στους λογαριασμούς ρεύματος των μικρών επιχειρήσεων. Η Συνομοσπονδία υπογραμμίζει ότι οι μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις πλήττονται συχνά δυσανάλογα από το αυξημένο ενεργειακό κόστος, καθώς δεν διαθέτουν την οικονομική ευελιξία ή τα εργαλεία αντιστάθμισης που έχουν οι μεγαλύτεροι παίκτες της αγοράς. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται, η παρούσα προσέγγιση διαμορφώνει «μια αγορά δύο ταχυτήτων», αφήνοντας εκτεθειμένο το μεγαλύτερο μέρος του παραγωγικού ιστού. Στο πλαίσιο αυτό, η ΓΣΕΒΕΕ ζητά άμεσες παρεμβάσεις με δύο βασικούς άξονες: αφενός την ενεργοποίηση έκτακτου προγράμματος επιδότησης ηλεκτρικής ενέργειας ειδικά για μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις και αφετέρου τη θεσμοθέτηση μόνιμου μηχανισμού αντιστάθμισης, αντίστοιχου με εκείνον που ισχύει για τη βαριά βιομηχανία. Το ζήτημα αναδεικνύεται σε κρίσιμο για τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων, καθώς η ενεργειακή ακρίβεια συνεχίζει να διαβρώνει την ανταγωνιστικότητα και τη ρευστότητά τους, εντείνοντας τις πιέσεις σε μια ήδη επιβαρυμένη αγορά.















